Βιβλία

«…the burning violin…»: Γεννήθηκα στα 1764, Δημήτρη Βλάχου_περιοδ. «Θευθ», Δεκέμβριος 2016

«Γράφοντας έμαθα να διαβάζω», είχε πει ο Φώκνερ. Μεγαλώνοντας κι εγώ κατάλαβα την αλήθεια αυτού του παράδοξου. Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι στάθηκαν αφορμή για να ξυπνήσουν συγκινήσεις για αγαπημένα πρόσωπα που αφού άφησαν τον σπόρο μέσα μας, έφυγαν από αυτόν τον κόσμο. Και ο σπόρος φύτρωσε χρόνια μετά. Όπως γίνεται συνήθως με τους σπόρους…  Από αυτούς που γίνονται τα δέντρα και από τα δέντρα μετά τα σπάνια βιολιά. Δεν ξέρεις πότε θα φυτρώσουν και τι μουσική θα βγάλουν.

Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι ήταν η αφορμή. Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι, ανοιχτά και τα δυο σε προσωπικές αναγνώσεις, όταν έρθει το πλήρωμα το χρόνου.  Το βιβλίο που αφύπνισε το χρέος  απέναντι σ’ αυτούς που φύγαν είναι το ογκώδες 727 σελίδων Confiteor, του Ζάουμε Καμπρέ, εκδ. Πόλις 2016. Το τραγούδι είναι το πασίγνωστο «Dance me to the end of love», του Λεονάρντ Κοέν. Δεν θα προχωρήσω σε κριτική του βιβλίου, αρκεί που αφύπνισε τη συγκίνησή μου  και με παρακίνησε να το συνεχίσω, δίνοντας εγώ πια φωνή και  λόγο στο βιολί για να αφηγηθεί αυτό την ιστορία του μοντέρνου κόσμου μας.

Συμπληρωματικά αναφέρω και το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ιάκωβου Στρούμσα, του ελληνοεβραίου βιολιστή του Άουσβιτς, με τίτλο Διάλεξα τη ζωή…/ από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς, εκδ. Ίδρυμα ΕΤΣ ΑΧΑΪΜ, που  ήρθε να ξυπνήσει αφηγήσεις αγαπημένου προσώπου. Για το τραγούδι το Λεονάρντ Κοέν, τώρα,αρκούν τα σχόλια του ίδιου του δημιουργού του και φυσικά το ίδιο το τραγούδι (https://www.youtube.com/watch?v=NGorjBVag0I). Ο Κοέν σχολιάζοντας «το φλεγόμενο βιολί»  (the burning violin) δήλωσε σε συνέντευξή του:

«Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική, την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».

Το δικό μου κείμενο, «Γεννήθηκα στα 1764…», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΕΥΘ, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2016.  Δραματοποιήθηκε από τον φίλο σκηνοθέτη και Διευθυντή του Λαογραφικού Μουσείου Ξάνθης, Πασχάλη Ξανθόπουλο και παρουσιάστηκε  στις 30 Οκτωβρίου 2016 στην Καπναποθήκη της ΦΕΞ από τη θεατρική ομάδα «οδός ονείρων»,  διαλεγόμενο με τη μουσική ερμηνεία του σπάνιου φίλου βιολονίστα Σπύρου Γκικόντη, επίκουρου καθηγητή βιολιού  στο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 

Δημήτρης Βλάχος, Σπύρος Γκικόντης, 27 Οκτώβρη 2016, Ξάνθη

Το κείμενο μου παρατίθεται στη συνέχεια (και σε μορφή pdf για σχολική χρήση ως παράδειγμα άσκησης δημιουργικής γραφής:  Γεννήθηκα στα 1764_Δημήτρης Βλάχος_περιοδ. Θευθ, Δεκέμβριος 2016)  και αφιερώνεται στους  φίλους, αυτούς τους λίγους πια στις μέρες μας  που διαβάζουν και ακούν προσεχτικά.

 

Γεννήθηκα στα 1764…[1]

 

Στον μαέστρο βιολονίστα Σπύρο Γκικόντη

 

Γεννήθηκα στα 1764… Λαυρέντιος Στοριόνι με εποίησεν«Laurentius Storioni Cremonensis me fecit. 1764», έγραψε  περήφανος στο εσωτερικό με καλλιγραφική λατινική γραφή ο νεαρός τότε μάστορας.  Ο Λορέντζο Στοριόνι από την Κρεμόνα ήταν ο ποιητής μου, δηλαδή ο δημιουργός μου, ο θνητός πατέρας μου, ο θεός μου. Αυτός με έφτιαξε με τα χέρια του, μου έδωσε μορφή, από το μη είναι με έφερε στο είναι και με έριξε στην ανθρώπινη Ιστορία και στο ποτάμι του χρόνου. Λαυρέντιος Στοριόνι ο εκ Κρεμόνος με εποίησεν. Μια γενιά μετά τις αυθεντίες Στραντιβάρι και Γκουαρνέρι έφτιαξε τον δικό μύθο κι εγώ ήμουν η αρχή του. Εγώ τον έφτιαξα τον μύθο του! Εγώ, το πρώτο τέλειο βιολί του Λορέντζο Στοριόνι από την Κρεμόνα. Εγώ, το δημιούργημα, είμαι το αθάνατο παιδί του θνητού δημιουργού μου. Εγώ τον γέννησα μετά τον θάνατό του. Εγώ τον έκανα διάσημο. Το πρώτο τέλειο βιολί του. Το πρώτο Στοριόνι ήμουν εγώ!

Γεννήθηκα στα 1764… Αυτό πιστοποιούν οι εμπειρογνώμονες στο βιογραφικό μου. Κι έχω μεγάλη αξία, λένε… Η αξία ενός βιολιού, λένε ακόμη, έχει να κάνει με την παλαιότητα, τα υλικά και την ποιότητα της κατασκευής του. Και, φυσικά, τη σπανιότητά του. Όσο λιγότερα έχουμε σωθεί από φημισμένα εργαστήρια των Ιταλών μαστόρων τόσο μεγαλύτερη η αξία του καθενός μας. Το βιογραφικό όμως δεν είναι η ιστορία μου. Αυτή, βέβαια, δεν ενδιαφέρει τους εμπειρογνώμονες ούτε τους αντικέρ και τους συλλέκτες παλαιών μουσικών οργάνων. Δεν έχουν αυτιά για να ακούσουν την Ιστορία. Μόνο οι μουσικοί που με πήραν στα χέρια τους άκουσαν τη φωνή μου. Αυτοί, ναι! Αυτοί με την τέχνη τους μου έδωσαν τη δυνατότητα να μιλήσω με τη δική μου φωνή. Κι εγώ τους μίλησα για την ιστορία μου, που είναι η ξεχασμένη δική τους Ιστορία. Γι’ αυτή θα σας μιλήσω τώρα… Για την ανθρώπινη Ιστορία… Για την αρχή της.

Γεννήθηκα στα 1764… Ναι,  αλήθεια είναι, αλλά όχι ολόκληρη. Η μυστική αρχή μου χάνεται μέσα στο βάθος του χρόνου. Από έλατο και σφεντάμι το σώμα μου. Οι ρίζες μου στα βουνά των Πυρηναίων. Από έλατο και σφεντάμι το σώμα μου. Και από ιδρώτα όμως. Και από αίμα. Ναι, κι από αίμα αθώων…

Μια χούφτα σπόροι από έλατο και σφεντάμι. Αυτή ήταν η προσφορά της φτωχής γυναίκας στον εξομολόγο της. Φτωχή ήταν. Δεν είχε τίποτε άλλο.  Ήταν αμαρτία, το ήξερε. Ήταν αμαρτία να αυτοκτονήσει, αλλά δεν μπορούσε να αντέξει. Δεν μπορούσε να αντέξει την ντροπή του βιασμού της από τον Γενικό Ιεροεξεταστή της Ζιρόνας. Παντρεμένη γυναίκα αυτή, ντροπιασμένη από τον ισχυρό άντρα της Αγίας Καθολικής Εκκλησίας, τον αμείλικτο διώκτη των αιρετικών της Ισπανίας, δηλαδή των Εβραίων, όσων είχαν απομείνει. Σπόροι από έλατο και σφεντάμι, για να προσευχηθεί ο εξομολόγος της για τη σωτηρία της ψυχής της. Αυτή ήταν η προσφορά της.  Είναι αμαρτία η αυτοκτονία, της είπε ο εξομολόγος. Η ζωή σου είναι στα χέρια του Θεού. Αυτός αποφασίζει κι όχι εσύ. Είναι αμαρτία, της είπε. Η αλήθεια είναι ότι δεν πίστευε ότι θα το έκανε. Κι αυτή το έκανε. Κρεμάστηκε. Και ο Γενικός Ιεροεξεταστής εξοργίστηκε και απαγόρευσε τη χριστιανική ταφή της. Να καεί στην κόλαση, είπε… Κι αυτός, ένας κάποιος Δομηνικανός μοναχός Ζουλιά που βρέθηκε ο δύστυχος μπροστά της κι έγινε εξομολόγος της άθελά του, που δεν τη γνώριζε και δεν περίμενε ότι θα αυτοκτονούσε η απελπισμένη γυναίκα, που δεν πίστεψε ότι ο Γενικός Ιεροεξεταστής τής έκανε αυτό το κακό  –πώς θα μπορούσε άλλωστε να το πιστέψει–   θα σήκωνε στους ώμους του το βάρος του θανάτου της. Γιατί δεν την πίστεψε! Γιατί δεν μπορούσε να την πιστέψει! Γι’ αυτό και στην υπόλοιπη ζωή του θα σήκωνε το βάρος της αδικοσκοτωμένης και στη φούχτα του θα έσφιγγε τη φτωχική προσφορά της, ένα σακούλι με σπόρους από έλατο και σφεντάμι. Ένα σακούλι με βάρος αβάσταχτο.

Για χρόνια περιπλανήθηκε ο μοναχός Ζουλιά. Ζώντας με την ελεημοσύνη των πιστών, ταξίδεψε προσκυνητής Άγιων Τόπων σε στεριές και θάλασσες, σε μακρινές πολιτείες και χωριά, για να βρει γαλήνη. Και κάποτε σταμάτησε σε ένα μοναστήρι της Καταλωνίας κρυμμένο μέσα σε απάτητα βουνά. Και εκεί τον δέχτηκαν οι καλοί μοναχοί να ζήσει και να δουλέψει μαζί τους. Δούλευε σιωπηλά και προσευχόταν για να ξεχάσει. Προσευχόταν για τη συγχώρεση. Προσευχόταν για τη γαλήνη. Η γαλήνη δεν τον βρήκε, αλλά τον βρήκε ο θάνατος. Ο ιππότης που βύθισε στην καρδιά του την ατσάλινη λεπίδα από το Τολέδο, σταλμένος από τον Γενικό Ιεροεξεταστή της Ζιρόνας, του πήρε τη ζωή και του έδωσε τη γαλήνη του θανάτου. Ήξερε πολλά κι έπρεπε να πεθάνει. Τον έθαψαν εκεί στο βουνό κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ που ερημώθηκε μετά. Μακριά από τους ανθρώπους. Μαζί με τους σπόρους από έλατο και σφεντάμι τον έθαψαν, την προσφορά της κρεμασμένης. Μαζί του τους είχε πάντα. Σφιχτά δεμένους μέσα στο σακούλι και το σακούλι στον κόρφο του. Κι αυτοί οι σπόροι της απελπισμένης γυναίκας, ποτισμένοι με τον ιδρώτα και το αίμα του μοναχού, φύτρωσαν μέσα από τα σπλάχνα του. Πέταξαν τρυφερά βλαστάρια. Έβγαλαν ρίζες αυτοί οι σπόροι και βυθίστηκαν στο υγρό χώμα  του σκοτεινού βουνού για να γίνουν με τα χρόνια μια συστάδα δέντρων από έλατο και σφεντάμι, εκεί όπου έθαψαν τον μοναχό Ζουλιά στα 1350.

Γεννήθηκα στα 1764, λένε οι ειδικοί. Η αρχή μου όμως βρίσκεται στους σπόρους από έλατο και σφεντάμι που φύτρωσαν γύρω στα 1350 σε ένα σκοτεινό βουνό των Πυρηναίων. Η αρχή μου βρίσκεται στην προσφορά της απελπισμένης γυναίκας, μια χούφτα σπόροι από έλατο και σφεντάμι της Ζιρόνας, που ταξίδεψαν μακριά, για να φτάσουν τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ. Η αρχή μου βρίσκεται στο ασήκωτο βάρος της ενοχής του μοναχού που δεν μπόρεσε να αποτρέψει το κακό. Ίσως και στο θέλημα του Θεού που το επιτρέπει. Η αρχή μου βρίσκεται στην αγωνία, τον ιδρώτα και το αίμα του μοναχού Ζουλιά. Στην αγωνία, τον ιδρώτα και το αίμα των ανθρώπων. Από εκεί έρχεται η φωνή του ξύλου μου. Η δική μου φωνή. Η μουσική μου.

Πέρασα από πολλά χέρια. Χέρια εμπόρων και συλλεκτών. Βέβηλα χέρια. Άπληστα για κέρδος χέρια. Αλλά και χέρια παθιασμένων μουσικών. Χέρια βιρτουόζων που πρόσθεταν τη δική τους ψυχή, ψηλαφώντας τη δική μου αλλά και την ψυχή των άλλων μουσικών. Ο καθένας τους πίστευε ότι του ανήκω. Ότι ανήκω μόνο σ’ αυτόν και ότι θα του ανήκω για πάντα. Με αγκάλιαζε σφιχτά. Με το πάθος του εραστή. Με την αφοσίωση του εραστή. Με τις αυταπάτες του εραστή. Με την ανιδιοτέλεια και τη γενναιοδωρία εκείνου που ξέρει να τα δίνει όλα για την αγάπη του.  Και τη ζωή του ακόμη. Ναι, κάποιοι βιολιστές πλήρωσαν και με τη ζωή τους το πάθος τους για τη μουσική στην προσπάθειά τους να με κρατήσουν στην ιδιοκτησία τους. Πίστευαν ότι τους ανήκω. Όχι, δεν ανήκω εγώ σ’ αυτούς, αυτοί ανήκουν σε μένα!

Γεννήθηκα στα 1764 στην Κρεμόνα της Ιταλίας από το εργαστήριο του Λορέντζο Στοριόνι. Οι ρίζες μου  όμως βρίσκονται στα 1350 και πιο παλιά. Πέρασα από πολλά χέρια. Με αγόρασαν και με πούλησαν πολλές φορές. Θα με αγοράσουν και θα με πουλήσουν κι άλλες. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και είδα πολλά. Η ιστορία όμως ήταν πάνω κάτω η ίδια. Διωγμοί, φανατισμοί, φονικά, οικογενειακές τραγωδίες, ασωτίες, ανθρώπινη απληστία, τύφλωση του νου, στέγνωμα της καρδιάς, τρέλες των ανθρώπων. Ναι, τα έζησα αυτά. Αλλά έζησα και γιορτές και στιγμές ομορφιάς και χαράς. Και μοναδικές ερμηνείες σε σαλόνια αριστοκρατών έζησα. Και σε κονσέρτα αστών σε περιόδους ειρήνης πρώτο βιολί ήμουν. Ακόμη και στο Άουσβιτς – Μπιρκενάου, στο  στρατόπεδο εξόντωσης των Εβραίων, έπαιξα για τους ευαίσθητους Ιεροεξεταστές του 20ου αιώνα που αγαπούσαν τόσο πολύ τη μουσική, που δεν μπορούσαν να τη στερηθούν ούτε και όταν έκαναν τη δουλειά τους στο μεγαλύτερο εργοστάσιο του θανάτου. Η μουσική εξημερώνει τα ήθη, λέγανε. Και είχαν παράδοση στη μουσική…

Είμαι ένα στοριόνι του 1764… Είμαι βιολί, δεν είμαι αντικείμενο. Αντιστέκομαι. Πεισμώνω. Ξυπνώ πάθη. Εμπνέω. Υφαίνω συνδέοντας διαφορετικούς χρόνους, ξένους τόπους και ανυποψίαστους ανθρώπους. Εγώ τους φτιάχνω. Τους ενώνω και τους χωρίζω. Συγκινώ. Θυμίζω… Τους θυμίζω αυτά που ξέχασαν. Αυτά που θέλουν να ξεχάσουν, αλλά δεν μπορούν. Γι’ αυτό και δεν ξεμπερδεύουν μαζί μου, γιατί δεν είμαι αντικείμενο. Είμαι ζωντανό και με το χρόνο ωριμάζω σαν το κρασί.

Δεν είμαι  απολίθωμα!  Έχω σώμα από έλατο και σφεντάμι. Και το σώμα αυτό μου δίνει χαρά και πόνο. Αισθάνομαι την ένταση των χορδών και μου αρέσει να ζω και να αναπνέω σε ευχάριστη θερμοκρασία. Πονάω όταν με χτυπούν.  Όταν με παίζουν καλοί μουσικοί γίνομαι πλουσιότερο.  Έχω φωνή. Έχω μνήμη.  Έχω ιστορία. Είμαι η Ιστορία, η μεγάλη και η μικρή. Η ιστορία όλων των ανθρώπων που με έφτιαξαν, με φρόντισαν, δούλεψαν μαζί μου, δημιούργησαν τη μουσική τους με το σώμα μου, δοκίμασαν τα όριά τους ψηλαφώντας τα δικά μου. Είμαι όλοι αυτοί, γνωστοί και άγνωστοι. Είμαι ο Ρωσοεβραίος θρυλικός βιολονίστας Γιάσα Χάιφετς, αλλά και ο ταπεινός Εβραίος βιολιστής που έπαιζε τρέμοντας από το χιόνι  κι από το κρύο του θανάτου στο Άουσβιτς Μπιρκενάου… Είμαι όλοι τους και είμαι  Ἐνα. Ένα στοριόνι…

Γεννήθηκα στα 1764…

 

[1] Εμπνευσμένο αυτό το κείμενο από το μυθιστόρημα του Ζάουμε Καμπρέ, Confiteor, εκδ. Πόλις 2016 και αφιερωμένο στον φίλο Σπύρο Γκικόντη, επίκουρο καθηγητή βιολιού στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ο Πασχάλης Ξανθόπουλος, Διευθυντής του Λαογραφικού Μουσείου της Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης, υπήρξε ο καταλύτης για τη συγγραφή.  Ένα βιολί αφηγείται την Ιστορία, αυτή είναι η δική μου προσωπική ανάγνωση του μυθιστορήματος του Καταλανού Ζάουμε Καμπρέ που ακολουθώ σ’  αυτό το κείμενο, μέσα από μια χαϊντεγκεριανή φιλοσοφική προοπτική θεώρησης της πραγμότητας (Dingheit) ως τόπου συνάθροισης ανθρώπων και περισυλλογής νοήματος. Το βιολί δεν είναι ουδέτερο και αδρανές αντικείμενο, αλλά ως πράγμα συνδέει, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, «ανθρώπους, θεούς, γη και ουρανό» για μια εναιώνια στιγμή. Το βιολί, όπως έδειξε και στο μυθιστόρημά του ο Καμπρέ, συνδέει ανθρώπινα και μη ανθρώπινα σε ετερογενή μείγματα. Εξαιρετικά ενδιαφέρον, επίσης, για τον στοχασμό των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων το βιβλίο του αρχαιολόγου Ian Hodder, Συνύφανση / Μια αρχαιολογία των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2014.

«…τα πάθη κυβερνάνε»: Μια δοκιμή κατανόησης του ανθρωπολογικού θεμελίου της πολιτικής

Εδώ ήταν η Τροία μου, εξώφυλλοΤο παρακάτω δοκίμιο συμπεριλαμβάνεται στο Δημήτρης Βλάχος, «Εδώ ήταν η Τροία μου!»/ Τόποι στοχασμού της ανθρώπινης κατάστασης/Όμηρος-Θερβάντες-Αλμπέρ Καμύ-Θουκυδίδης-Γιώργος Σεφέρης, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ. 55-77 . Δημοσιεύτηκε, επίσης,  στο περιοδικό δίοδος, περίοδος Α΄, Τεύχος 9, Φεβρουάριος 2016, σσ. 30-41.

 

Η Αγορά και η Εκκλησία του Δήμου ως τόπος στοχασμού της πολιτικής:  

«Ο πολιτικός έρως ως μήτρα και απαρχή του ασαφούς (fuzzy) πολιτικού φαινομένου  

Μια δοκιμή διερεύνησης της σχέσης έρωτος και πολιτικής στον παραδειγματικό λόγο των Σικελικών του Θουκυδίδη (Ιστορίαι, VI    

 

                             «Είδε τις φλέβες των ανθρώπων

                        σαν ένα δίχτυ των θεών, όπου μας πιάνουν σαν τ’ αγρίμια»

                        Γ. Σεφέρης, Ποιήματα, «Ευριπίδης, Αθηναίος»

 

Αρμόδιος και Αριστογείτων1Δεν ερωτεύονται μόνον τα φυσικά πρόσωπα, αλλά και ολόκληρες κοινωνίες. Ο έρωτας δεν είναι μόνο ιδιωτική υπόθεση, αλλά μπορεί να είναι και δημόσια. και από αυτήν την άποψη ο έρως είναι πολιτικό ζήτημα. Ούτε πάλι εξαντλείται στην εκδήλωση της σεξουαλικότητας μεταξύ φυσικών σωμάτων, αλλά μπορεί να κινείται στη σφαίρα της εξιδανικευμένης καθαρής επιθυμίας, χωρίς ωστόσο, ακόμη και σε αυτήν την περίπτωση του κινούμενου στη σφαίρα της φαντασίας έρωτα, το σώμα να μένει απόμακρο και απαθές. Ο έρωτας ως λέξη που εκφράζει εμπειρία και όχι απλώς ως λήμμα λεξικού κινείται (αλλάζει, μεταμορφώνεται) και βιώνεται ανάμεσα στα δύο ακραία όρια του φάσματος της ανθρώπινης φύσης, σ’ αυτόν τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ της σωματικής-σεξουαλικής εμπειρίας και της φαντασιακής-διανοητικής κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, ο έρωτας, είτε περισσότερο (λιγότερο) σεξουαλικός είτε περισσότερο (λιγότερο) φαντασιακός, ανήκει ως ανθρώπινη εμπειρία στα ασαφή (fuzzy) φαινόμενα[1], που σημαίνει ότι ανήκει στην κατηγορία του μεικτού, όπου το σωματικό-σεξουαλικό και διανοητικό-πνευματικό, το πραγματικό και φαντασιακό, το ιδιωτικό-προσωπικό και το δημόσιο-πολιτικό συνυφαίνονται με νήματα και νοήματα που είναι αδύνατον να τα διαχωρίσουμε χωρίς να καταστρέψουμε  την ύφανση (text) αυτής της εμπειρίας,  που βιώνεται ως μοναδική και μπορεί να γίνει κατανοητή μόνον εντός της μεγάλης εικόνας αυτής τούτης της συνύφανσης  (Context)[2].

 

Ερωτεύονται και οι πολιτικές κοινωνίες, όχι μόνο οι εφήμεροι θνητοί. Αν ακολουθήσουμε την αρχαία ελληνική σκέψη (φιλοσοφία και τραγωδία), απαισιόδοξη στον πυρήνα της κατά τον Νίτσε, ο έρως, τόσο ο ιδιωτικός όσο και ο πολιτικός, όταν γίνει τύραννος πάνω στη ζωή και την πραγματικότητα οδηγεί στην καταστροφή άτομα και πολιτείες ολόκληρες. «Το γαρ πολύ του έρωτος γεννά παραφροσύνη», χαριτολογώντας αποτύπωσε σε στίχο του ο Μποστ. Και τα παραδείγματα της ερωτικής παραφροσύνης από την αρχαία ελληνική φιλολογική παράδοση είναι πολλά, και πρώτο από τα πιο γνωστά σε ό,τι αφορά την αρχαία ελληνική ιστοριογραφία είναι η περίφημη ηροδότεια νουβέλα της γυναίκας του Κανδαύλη (Ηροδότου Ιστορίαι, Ι, 7-13) με τις πολιτικές (ανατροπή δυναστείας) και θεολογικές της προεκτάσεις (Άτη-Ύβρις-Νέμεσις)[3]. Εμείς, ωστόσο, θα σταθούμε αντιπροσωπευτικά στην παραδειγματική ερμηνεία του φαινομένου του πολιτικού έρωτος από τον Θουκυδίδη, και αυτό γιατί, κατά τη γνώμη μας, η δραματική μάλλον παρά χρονολογική Ιστορία του Θουκυδίδη, έχοντας στον πυρήνα της την τραγική σκέψη των Ελλήνων, εκφράζεται όχι με θεολογικούς (όπως η τραγωδία), αλλά με επιστημονικούς όρους, υιοθετώντας κατά την περιγραφή του πολιτικού φαινομένου τη γλώσσα, την ορολογία και τη μέθοδο της ιπποκρατικής ιατρικής. αρματοδρομίαΠερισσότερο ενδιαφέρει τον ιστορικό η ακρίβεια στην περιγραφή, η διάγνωση και η αναγνώριση ανάλογων φαινομένων πολιτικής παθολογίας και όχι τόσο η πρόβλεψή τους. Από αυτήν την άποψη, η προσέγγιση του πολιτικού έρωτος από τον Θουκυδίδη αποτελεί μια δοκιμή εφαρμογής της έννοιας του ασαφούς στη σφαίρα της πραγματικής πολιτικής ζωής. Στο βαθμό που πετυχαίνει να καταδείξει την προβληματική σχέση συνύφανσης της σεξουαλικής-σωματικής επιθυμίας και των πολιτικών επιθυμιών των συλλογικών υποκειμένων (τέτοιο υποκείμενο ήταν και η πόλη-κράτος των Αθηνών), ενδιαφέρει και εμάς τους μοντέρνους, γιατί μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε στον παραδειγματικό περιγραφικό  λόγο του ιστορικού τη συμπτωματολογία του fuzzy πολιτικού ως ερωτικού πλέον φαινομένου και να μας ασκήσει περισσότερο στην αριστοτελική φρόνηση (Αριστοτέλης, Ηθικά Ζ΄, 2006), μια άλλη θεμελιώδη έννοια της αρχαίας ελληνικής πολιτικής σκέψης, η οποία ενδεχομένως να αποτελεί και για μας μια πρόταση προς την κατεύθυνση της λήψης περισσότερο ορθών αποφάσεων σε ασαφές (fuzzy) περιβάλλον.

Σύμφωνα με την ανθρωπολογία του Θουκυδίδη ο έρως (σφοδρή επιθυμία απόκτησης και κατοχής προσώπων, άυλων και υλικών αγαθών) αποτελεί εγγενές στοιχείο της ανθρώπινης φύσεως, το οποίο δεν μπορεί να εκριζωθεί ούτε με τους πιο αυστηρούς νόμους ούτε και με την πιο σκληρή τιμωρία που επισείεται κάθε φορά για την περίπτωση παραβίασής τους. Η αποστασία των Μυτιληναίων από τους Αθηναίους (428-427 π.Χ.), κατά τον Θουκυδίδη, επαληθεύει αυτή την ψυχολογική διαπίστωση. Ο έρωτας των Μυτιληναίων για την ελευθερία, όπως άλλωστε και ο έρωτας των Αθηναίων για την ηγεμονία, τους οδήγησε ασυλλόγιστα στον έσχατο κίνδυνο, παρατηρεί ο μετριοπαθής Αθηναίος ρήτορας Διόδοτος στη θουκυδίδεια ιστορική αφήγηση. θνήσκων οπλίτηςΗ σφοδρή επιθυμία των Μυτιληναίων για την ελευθερία, η αβάσιμη ελπίδα ότι θα πετύχουν τους πέρα από κάθε λογική εκτίμηση στόχους τους και, τέλος, η απατηλή και πρόσκαιρη εύνοια της τύχης σε δευτερεύοντα ζητήματα και σε μικρές νίκες, τους έκανε να διακινδυνεύσουν όχι μόνο τα πλεονεκτήματα που τους εξασφάλιζε η προνομιακή τους θέση εντός της Αθηναϊκής Συμμαχίας (Αθηναϊκής Ηγεμονίας στην πραγματικότητα), αλλά και την ίδια τους τη ζωή.

Σύμφωνα με τον Θουκυδίδη (Ιστορίαι, 3.45.4-7) ο έρως ηγείται προβάλλοντας την παράλογη επιθυμία, η ελπίδα τον ακολουθεί παρουσιάζοντας αυτήν την επιθυμία ως πραγματοποιήσιμη (και οιονεί σε φαντασιακό επίπεδο πραγματοποιημένη), και τέλος επιβοηθεί η τύχη, η οποία στην αρχή δίνει απρόσμενα (ἀδοκήτως) απατηλά σημάδια δήθεν επίτευξης του επιθυμητού στόχου, πέρα από τις υποδείξεις της λογικής και της πραγματικότητας την αναγκαιότητα. Το αποτέλεσμα της σύμπραξης των τριών αόρατων αυτών δεινών (του έρωτος, της ελπίδος και της τύχης), κατά τον Θουκυδίδη, είναι η καταστροφή της πολιτικής κοινωνίας που πέφτει στα δίχτυα του αχαλίνωτου πόθου (του έρωτος) για την πραγματοποίηση του ανέφικτου. Ο χωρίς φρόνηση πολιτικός έρως, όταν επικρατεί στις κοινωνίες, λειτουργεί όπως η Άτη στην αρχαία τραγωδία, τυφλώνει τον νου, θολώνει τη σκέψη, και οδηγεί μέσα από την ψευδαίσθηση και τις εσφαλμένες εκτιμήσεις στην τελική συντριβή.

Η πραγματικότητα που δεν συμφωνεί με την επιθυμία αλλοιώνεται ή διαγράφεται πλήρως από το οπτικό πεδίο του ερωτευμένου, για τον οποίο το επιθυμητό φαντάζει ήδη πραγματοποιημένο μέσα σ’ αυτόν τον μαγικό  κύκλο ανάπτυξης του ερωτικού φαινομένου όπου βρίσκεται παγιδευμένος. Αντίθετα, φαντάζει φτωχή, σχεδόν σκιώδης, αν όχι ανύπαρκτη, και οπωσδήποτε αλλοιωμένη, η πραγματικότητα την οποία επικαλούνται ως προφανή οι άλλοι που βρίσκονται εκτός αυτού του κύκλου της ερωτικής σαγήνης. Απορεί, λοιπόν, ο ερωτευμένος, εξοργίζεται και βιαιοπραγεί ακόμα σε βάρος τους, όπως ο Δον Κιχώτης απέναντι σε εκείνους που αμφισβητούν το ιδανικό του, τη μόνη πραγματικότητα, στα δικά του μάτια,  υποστασιοποιημένη στην ομορφιά και την ευγένεια της δέσποινας των στοχασμών του (la señora de sus pensamientos), της  Δουλτσινέας του Τοβόσο. Valentin-Kovatchev-Rocinante-IIbΌταν ο πραγματιστής ιπποκόμος του Σάντσο αμφισβητεί την ομορφιά και την ευγένεια της κατά κόσμον Αλδόνσα Λορένσο (Δουλτσινέας), μιας απλής και όχι τόσο ντελικάτης χωριατοπούλας, με την οποία, άλλωστε,  δεν έχει μιλήσει ποτέ ο Δον Κιχώτης κι ούτε από κοντά την έχει δει, τότε δέχεται τα χτυπήματα και τις ύβρεις του αφέντη του. Ποιος είναι αυτός, λοιπόν, ο χυδαίος και αχάριστος Σάντσο που τόλμησε να πιάσει στο στόμα του το ιδανικό του, την ασύγκριτη Δουλτσινέα του, παραβλέποντας ότι αυτή δίνει στα μπράτσα του ερωτευμένου ιδαλγού ανδρεία; Η αποστροφή του ερωτευμένου Δον Κιχώτη στον ιπποκόμο του είναι αποκαλυπτική για την αντιστροφή τη σχέσης πραγματικού και φαντασιακού που ζει μόνο ο ερωτευμένος. Η φαντασιακή εμπειρία είναι η πραγματικότητα του ερωτευμένου, ενώ η πραγματικότητα των άλλων μη ερωτευμένων είναι γι’ αυτόν απλώς ονειροφαντασία, μια άλλη κατασκευασμένη «πραγματικότητα» αλλοιωμένη από τα μάγια των φθονερών μάγων, όπως υποστηρίζει ο τραγικός Ιππότης της Ελεεινής Μορφής (el Caballero de la Triste Figura) κάθε φορά που εισπράττει τη ματαίωση. Λέει, λοιπόν,  στο 30 Κεφάλαιο του 1ου Μέρους οργισμένος ο Δον Κιχώτης  στον βάναυσα κακοποιημένο απ’ αυτόν Σάντσο: «Ποιος νομίζεις ότι κατέκτησε το βασίλειο αυτό, ποιος έκοψε το κεφάλι του γίγαντα και σ’ έκανε μαρκήσιο –γιατί τα θεωρώ όλα ήδη καμωμένα και τελειωμένα– αν όχι η αξία της Δουλτσινέας, που έχει το μπράτσο μου όργανο για τους ωραίους άθλους της; Εκείνη πολεμά και νικά μ’ εμένα . κι εγώ ζω και αναπνέω μέσα της, παίρνω ζωή από εκείνη» (Θερβάντες, Δον Κιχώτης, 1997) .

«Τα θεωρώ όλα ήδη καμωμένα και τελειωμένα» (que todo esto doy ya por hecho y por cosa pasada en cosa juzgada), αυτή είναι η εμπειρία που βιώνει ο ερωτευμένος, είτε η επιθυμία του αναφέρεται σε ένα πρόσωπο, όπως ο Δον Κιχώτης για τη Δουλτσινέα του, είτε σε μια πολιτική κοινωνία, όπως ένας ολόκληρος λαός που βρίσκεται υπό την επήρεια του πολιτικού έρωτος.

Ο πολιτικός έρως διακρίνεται για  τη σφοδρότητά του. Ξεπερνάει μάλιστα στην ένταση των συμπτωμάτων τον έρωτα μεταξύ προσώπων, στο βαθμό που συνεπαίρνει ολόκληρες κοινωνίες. Όχι μόνο οι Μυτιληναίοι, που ερωτεύτηκαν την ελευθερία, αλλά και οι Αθηναίοι, που ερωτεύτηκαν την ηγεμονία, δεν έμειναν αλώβητοι από τις συνέπειες αυτού του φαινομένου, όπως παραδειγματικά έδειξε ο Θουκυδίδης κατά την εξιστόρηση της Σικελικής Εκστρατείας (415-413 π.Χ) στο ΣΤ΄ βιβλίο των Ιστοριών του.

ΤριήρειςΚαὶ ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσιν ὁμοίως ἐκπλεῦσαι (Θουκ, Ιστορίαι, 6.24.3) [Όλους, χωρίς εξαίρεση, τους έπιασε μεγάλη επιθυμία να πάρουν μέρος στην εκστρατεία]. Ἔρως ἐνέπεσε… Το ρήμα «ἐμπίπτει», ανάμεσα στις άλλες σημασίες, σημαίνει ακόμη: 1. επιτίθεμαι ορμητικά. 2. (για γεγονότα, καταστάσεις) παρουσιάζομαι ξαφνικά, απροσδόκητα. 3. (για ψυχικά πάθη, συναισθήματα) κυριεύω, υποδουλώνω. Από την Αντιγόνη του Σοφοκλή θυμόμαστε τον εμβληματικό στίχο 782 για τον προσωποποιημένο έρωτα «Ἔρως, ὅς ἐν κτήμασι πίπτεις»: Έρωτα που επιτίθεσαι ορμητικά στις περιουσίες (fall upon possessions, Ludwig: 155) ή Έρωτα, που κάνεις κτήματά σου όλους σ’ όσους επιπέσεις (Μπάρμπας: 95). Προφανώς η φράση «ἔρως ἐμπίπτει» παραπέμπει στην εικόνα της βίαιης εφόρμησης ενός αρπακτικού πάνω στη λεία του. Για την περιγραφή της  σφοδρότητας στην εκδήλωση του ερωτικού φαινομένου στην πολιτική ζωή σε συνθήκες σύγχυσης, συγκεκριμένα στο θολό (fuzzy) λόγω της συναισθηματικής φόρτισης περιβάλλον για τη λήψη της απόφασης των Αθηναίων σχετικά με  την παρακινδυνευμένη εκστρατεία στη Σικελία, ο Θουκυδίδης επιλέγει τη ρηματική φράση ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσι, φράση που χωρίς αμφιβολία έχει και θεολογικό περιεχόμενο, αφού ταιριάζει απόλυτα με τη γλώσσα που χρησιμοποιεί η τραγωδία για να περιγράψει την καταστροφική για τα ανθρώπινα πράγματα βίαιη εφόρμηση του δαίμονος ως τιμωρού της ύβρεως, ως ἀλάστορος (ἀλάστωρ: α στερητ. + λανθάνω: αυτός που δεν ξεχνά, ο εκδικητής, ο τιμωρός).

Σε τέτοιες συνθήκες, όπου ο έρως κυριαρχεί, η φωνή της λογικής είναι πολύ αδύναμη για να αντιπαρατεθεί μαζί του. Πετυχαίνει μάλιστα η επίκληση στη λογική το ακριβώς αντίθετο από αυτό που επιδιώκεται. Ο έρως είναι ακατανίκητος στη μάχη (Ἔρως ἀνίκατε μάχαν), επιβεβαιώνει ο Σοφοκλής στην πρώτη στροφή της Αντιγόνης του (στίχοι 781-790), γιατί είναι θεμελιώδες στοιχείο της (ανθρώπινης) φύσεως και γιατί όποιος κατέχεται από αυτό το πάθος χάνει τα λογικά του (…ὁ δ’ ἔχων μέμηνεν: αυτός που κατέχεται από σένα γίνεται μανιακός).

Στο 6.24. των Ιστοριών του ο Θουκυδίδης περιγράφει ως εξής το αποτέλεσμα της άνισης μάχης των λογικών επιχειρημάτων του Νικία με τη σφοδρή επιθυμία (ἔρως) των Αθηναίων να εκστρατεύσουν στη μακρινή και άγνωστη σ’ αυτούς Σικελία.

«Τόσα μόνο είπε ο Νικίας πιστεύοντας πως με τα πολλά που ζητούσε ή θα απέτρεπε τους Αθηναίους από την εκστρατεία ή, αν αναγκαζόταν να εκστρατεύσει, θα ξεκινούσε έχοντας τη μεγαλύτερη δυνατή ασφάλεια. Οι Αθηναίοι όμως δεν έχασαν την όρεξή τους για την  εκστρατεία από τις δυσκολίες της προετοιμασίας . το εναντίο, η προθυμία τους μεγάλωσε και το αποτέλεσμα ήταν για τον Νικία το αντίθετο ακριβώς από κείνο που περίμενε.  γιατί θεώρησαν πως τους είχε συμβουλέψει σωστά κι ότι τώρα πια η εκστρατεία ήταν απόλυτα ασφαλισμένη. Σικελική εκστρατείαΌλους, χωρίς εξαίρεση, τους έπιασε μεγάλη επιθυμία να πάρουν μέρος στην εκστρατεία. τους κάπως ηλικιωμένους, επειδή νόμιζαν ότι θα καταχτήσουν τα μέρη εναντίον των οποίων εκστρατεύανε ή, τουλάχιστον, πως μια τόσο μεγάλη δύναμη δεν θα κινδύνευε να ηττηθεί.  τους νέους της στρατεύσιμης ηλικίας, επειδή λαχταρούσαν να δουν και να γνωρίσουν τη μακρινή αυτή χώρα, ενώ, ταυτόχρονα, είχαν την ελπίδα ότι θα γυρίσουν. το μεγάλο πλήθος που θ’ αποτελούσε το εκστρατευτικό σώμα έλπιζε πως κι αμέσως τώρα θα ’παιρνε μισθό και με την επέκταση της ηγεμονίας θα εξασφάλιζε τους πόρους να παίρνει πάντα. Έτσι, εξαιτίας της μεγάλης επιθυμίας της πλειονοψηφίας να γίνει η εκστρατεία, κι αν ακόμη κανένας διαφωνούσε, από φόβο μήπως ψηφίζοντας αρνητικά, θεωρηθεί κακός πολίτης, σώπαινε»[4].

[[6.24.1] Ὁ μὲν Νικίας τοσαῦτα εἶπε νομίζων τοὺς Ἀθηναίους τῷ πλήθει τῶν πραγμάτων ἢ ἀποτρέψειν ἤ, εἰ ἀναγκάζοιτο στρατεύεσθαι, μάλιστ’ <ἂν> οὕτως ἀσφαλῶς ἐκπλεῦσαι· [6.24.2] οἱ δὲ τὸ μὲν ἐπιθυμοῦν τοῦ πλοῦ οὐκ ἐξῃρέθησαν ὑπὸ τοῦ ὀχλώδους τῆς παρασκευῆς, πολὺ δὲ μᾶλλον ὥρμηντο, καὶ τοὐναντίον περιέστη αὐτῷ· εὖ τε γὰρ παραινέσαι ἔδοξε καὶ ἀσφάλεια νῦν δὴ καὶ πολλὴ ἔσεσθαι. [6.24.3] καὶ ἔρως ἐνέπεσε τοῖς πᾶσιν ὁμοίως ἐκπλεῦσαι· τοῖς μὲν γὰρ πρεσβυτέροις ὡς ἢ καταστρεψομένοις ἐφ’ ἃ ἔπλεον ἢ οὐδὲν ἂν σφαλεῖσαν μεγάλην δύναμιν, τοῖς δ’ ἐν τῇ ἡλικίᾳ τῆς τε ἀπούσης πόθῳ ὄψεως καὶ θεωρίας, καὶ εὐέλπιδες ὄντες σωθήσεσθαι· ὁ δὲ πολὺς ὅμιλος καὶ στρατιώτης ἔν τε τῷ παρόντι ἀργύριον οἴσειν καὶ προσκτήσεσθαι δύναμιν ὅθεν ἀίδιον μισθοφορὰν ὑπάρξειν. [6.24.4] ὥστε διὰ τὴν ἄγαν τῶν πλεόνων ἐπιθυμίαν, εἴ τῳ ἄρα καὶ μὴ ἤρεσκε, δεδιὼς μὴ ἀντιχειροτονῶν κακόνους δόξειεν εἶναι τῇ πόλει ἡσυχίαν ἦγεν].

Από την περιγραφή αυτή προκύπτουν οι παρακάτω διαπιστώσεις σε ό,τι αφορά στη λήψη κρίσιμων πολιτικών αποφάσεων σε συνθήκες σύγχυσης και σε περιβάλλον ασαφές (fuzzy) λόγω της απόλυτης κυριαρχίας του πολιτικού έρωτος:

  1. Τα εμπόδια που προβάλλει η λογική για να προκαλέσει μέσω του φόβου την ανάσχεση της επιθυμίας έχουν ακριβώς τα αντίθετα αποτελέσματα (ες τουναντίον περιέστη). Το υπέρογκο κόστος που απαιτεί η εκστρατεία στη Σικελία και γενικά οι δυσκολίες της προετοιμασίας (το οχλώδες της παρασκευής), που επικαλείται επακριβώς και με κάθε λεπτομέρεια ο Νικίας στη δευτερολογία του (6.20-23) για να αποτρέψει αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο εγχείρημα, όχι μόνο δεν αποθαρρύνει τους Αθηναίους, αλλά αυξάνει την προθυμία τους και τον ενθουσιασμό τους (πολύ δε μάλλον ώρμηντο). Η σύγχυση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη, καθώς η επιθυμία φουντώνει περισσότερο λόγω των εμποδίων, γιατί ο έρως (ιδιωτικός και πολιτικός) από τη φύση του είναι ριψοκίνδυνος και σπάταλος.
  2. Η σύγχυση που προκαλεί η σφοδρή επιθυμία κατά την ανάπτυξη του πολιτικού ερωτικού φαινομένου ομογενοποιεί μια διαφοροποιημένη ηλικιακά και ταξικά κοινωνία, συσκοτίζοντας τις διαφορές και προβάλλοντας το επιθυμητό ως εφικτό και πραγματοποιήσιμο, με τη μορφή ενός επίγειου παράδεισου κοινού για όλους, πλούσιους και φτωχούς, νέους και ηλικιωμένους. Έτσι, λοιπόν, όλους τους Αθηναίους χωρίς εξαίρεση τους κυρίευσε η επιθυμία να εκστρατεύσουν, τους ηλικιωμένους (δηλαδή τους κατά τεκμήριο έμπειρους και σώφρονες), τους νέους της στρατεύσιμης ηλικίας (δηλαδή τους άπειρους και γι’ αυτό παράτολμους) και τους πολλούς (δηλαδή τους φτωχούς), που ως μισθοφόροι θα συγκροτούσαν το εκστρατευτικό σώμα. Η σφοδρή επιθυμία για την επίτευξη ενός κοινού στόχου κατά την ανάπτυξη του ερωτικού πολιτικού φαινομένου δημιουργεί ασαφή περιγράμματα και εξαφανίζει τις όποιες διαφορές (ηλικιακές, ταξικές), που σε κανονικές συνθήκες είναι ορατές και ταλανίζουν τις πολιτικές κοινωνίες, ιδιαίτερα μάλιστα τις ελληνικές πόλεις-κράτη στις οποίες η στάσις (δηλαδή οι σφοδρές εσωτερικές συγκρούσεις για τη διεκδίκηση και κατάληψη της εξουσίας μεταξύ δημοκρατικών, ολιγαρχικών, τυραννόφιλων) ήταν ενδημικό φαινόμενο.

 

Το ερωτικό φαινόμενο και στις δυο του μορφές, του ιδιωτικού δηλαδή έρωτα μεταξύ φυσικών προσώπων και του έρωτα ως πολιτικού φαινομένου των οργανωμένων κοινωνιών σε fuzzy συνθήκες (συνθήκες κρίσης ή μετάβασης), παρουσιάζει  στην εκδήλωσή του κάποια κοινά γνωρίσματα. Η ερωτική λογοτεχνία (πρόζα και ποίηση), ο κινηματογράφος και η τέχνη γενικότερα, έχουν αποτυπώσει αυτήν την εμπειρία σε αθάνατα έργα. τύμβος και νεκρόςΟ Θουκυδίδης κάνει το ίδιο κατά την περιγραφή του πολιτικού ερωτικού φαινομένου. Οι αναλογίες στην εκδήλωση των συμπτωμάτων του ιδιωτικού και  του πολιτικού έρωτος είναι κάτι παραπάνω από φανερές κατά την περιγραφή του απόπλου του αθηναϊκού στόλου για τη Σικελία (Θουκ. Ιστορίαι, 6.30-6.32.2).

Όλα έχουν ετοιμαστεί για την αναχώρηση. Τα συναισθήματα του λαού είναι αντιφατικά, όπως άλλωστε συμβαίνει σε συνθήκες φόρτισης. Από το ένα μέρος, θρήνος από τον φόβο μήπως δεν ξαναδούν τους συγγενείς και τα παιδιά τους που θα έπαιρναν μέρος σ’  αυτήν την μακρόχρονη εκστρατεία, αλλά και  πολλές ελπίδες, από το άλλο μέρος, ότι θα καταχτούσαν ολόκληρη τη Σικελία. tumblr_inline_n3rglklEp71rz3qgpΩστόσο, τα αντιφατικά αυτά συναισθήματα του θρήνου και της γεμάτης από ελπίδες ευφορίας τα κάλυπτε η όμορφη και απατηλή φαινομενικότητα, όπως θα έλεγε ο Νίτσε, αυτή η ψευδαίσθηση που τη δημιουργούσε η ομορφιά της λαμπρής και πολυτελέστατης προετοιμασίας του στόλου, το ξεγέλασμα των αισθήσεων και της συνείδησης ο λήθαργος, χαρακτηριστικά γνωρίσματα των συμπτωμάτων που εμφανίζουν όσοι βρίσκονται κάτω από την επήρεια της μεταμορφωτικής δύναμης του έρωτος. Η  έκσταση (μέθη)[5] που βιώνουν τα φυσικά πρόσωπα, αλλά και τα συλλογικά υποκείμενα –οι Αθηναίοι στην προκείμενη περίπτωση– λόγω της επενέργειας του ερωτικού φαινομένου, μεταμορφώνει τη φευγαλέα και εφήμερη πραγματικότητα σε εν εγρηγόρσει άφθαρτο όνειρο. Και ο ίδιος ο Θουκυδίδης αφήνεται για λίγο να γοητευτεί από αυτό το όνειρο κατά την περιγραφή της αναχώρησης του στόλου, στην οποία αποτυπώνονται οι οικείοι τόποι του ερωτικού φαινομένου: η υπερχείλιση ζωτικότητας, η παράλογη και ανωφελής σπατάλη πόρων, ο ναρκισσισμός, η δημόσια επίδειξη δύναμης και σφρίγους, η άμιλλα και ο ανταγωνισμός (ἔρις) των εραστών να διακριθούν σε ομορφιά, λαμπρότητα, γενναιοδωρία, τόλμη. Και φυσικά αυτοί οι τόποι του ερωτικού φαινομένου προϋποθέτουν την ευγενή τύφλωση, την άγνοια δηλαδή της πραγματικότητας και την αναπλήρωσή της από τη φαντασία με βάση το αξίωμα της παθολογίας του έρωτα «όσο μεγαλύτερη η άγνοια τόσο πιο ισχυρή η ερωτική επιθυμία, όσο πιο ισχυρή η επιθυμία τόσο ευρύτερο το πεδίο ανάπτυξης της φαντασίας σε βάρος της πραγματικότητας».

Πράγματι, οι Αθηναίοι δεν είχαν ιδέα πού πήγαιναν όταν αποφάσιζαν με ενθουσιασμό την εκστρατεία στη Σικελία. Αγνοούσαν την έκταση του νησιού και τον αριθμό των κατοίκων του (ἄπειροι οἱ πολλοὶ ὄντες του μεγέθους τῆς νήσου καὶ τῶν ἐνοικούντων του πλήθους καὶ Ἑλλήνων καὶ βαρβάρων, Θουκ. Ιστορίαι 6.1.1.).

Μεσοκαλόκαιρο του 415 π.Χ, λοιπόν, ολοκληρώθηκαν οι ετοιμασίες και σχεδόν όλος ο πληθυσμός της πόλης, οι Αθηναίοι, οι Σύμμαχοι τους και οι ξένοι που βρίσκονταν στην Αθήνα, κατέβηκαν στον Πειραιά, άλλοι για να ξεπροβοδίσουν τους δικούς τους ανθρώπους που πήγαιναν στην εκστρατεία, άλλοι από περιέργεια και για να θαυμάσουν το μέγεθος και τη λαμπρότητα του στόλου.

Ο Θουκυδίδης καταγράφει με τη μεθοδολογία της ιπποκρατικής ιατρικής συναισθήματα, στάσεις, χειρονομίες και μας δίνει έτσι την τοπολογία του έρωτος ως πολιτικού πλέον φαινομένου. Ως φαινομενολόγος του ερωτικού αφήνει τα ίδια τα πράγματα να μιλήσουν,  αναδεικνύοντας έτσι τους παρακάτω τόπους του ερωτικού, τους οποίους αξίζει να τους παρακολουθήσουμε στην αφήγησή του.

Το ξεχείλισμα της ζωτικότητας που χαρακτηρίζει τους ερωτευμένους και η επιδεικτική προβολή της σε κοινή θέα δημιουργεί μοναδική ευφορία, η οποία ναρκώνει τους φόβους που γεννά ο νηφάλιος υπολογισμός των δεδομένων της πραγματικότητας. Corinthian_helmet_Denda_Staatliche_Antikensammlungen_4330Το ίδιο συμβαίνει και με ολόκληρη την πόλη-κράτος που βρίσκεται υπό την επήρεια του πολιτικού έρωτος. Βλέπουμε, λοιπόν, στην αφήγηση του Θουκυδίδη ότι εκείνη τη στιγμή του αποχωρισμού, καθώς οι κίνδυνοι ήταν πλέον πραγματικότητα του παρόντος και όχι απλώς και μόνον μια μελλοντική δυνατότητα, εκείνη τη μοναδική στιγμή (ἐν τῷ παρόντι καιρῷ) και όχι όταν ψήφιζαν για την εκστρατεία, έχοντας ακούσει τα επιχειρήματα στις αγορεύσεις των ρητόρων, εκείνη την καίρια στιγμή του παρόντος καιρού κυρίευσε τους Αθηναίους ο φόβος, καθώς αναλογίζονταν τις συμφορές, τα δεινά του πολέμου, που τότε και μόνον τότε τους αποκαλύφθηκαν στις πραγματικές τους διαστάσεις. Ωστόσο –κι εδώ βρίσκεται η «μαγεία» του (πολιτικού) έρωτος να γητεύει δια των αισθήσεων (της όρασεως πρωτίστως)–  έπαιρναν κουράγιο εκείνη την ώρα από το μέγεθος της δύναμής τους και από το πλήθος όλων αυτών που έβλεπαν με τα ίδια τους τα μάτια. [ὅμως δὲ τῇ παρούσῃ ῥώμη διά τὸ πλῆθος ἑκάστων ὧν ἑώρων <εν> τῇ ὄψει ἀνεθάρσουν], (Θουκ., Ιστορίαι, 6.31.1).

Η έκσταση κατά την ανάπτυξη του ερωτικού φαινομένου, σπάζοντας τα στεγανά της ασφάλειας που οικοδομούνται εντέχνως από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, απελευθερώνει δυνάμεις που μεταμορφώνουν τα άτομα σε εραστές πρόθυμους να καταβάλουν κάθε τίμημα για να κατακτήσουν την εύνοια του ερώμενου προσώπου. Το ίδιο συμβαίνει και με τους πολίτες και τις πολιτικές κοινωνίες.  Ως εραστές πλέον της πόλεως οι πολίτες ενδιαφέρονται να κερδίσουν την εύνοιά της.  Ως εκ τούτου ο ανταγωνισμός (ἔρις)  των πολιτών-εραστών για την εύνοια της πόλεως παίρνει ως απόδειξη γενναιοδωρίας του εραστή τη μορφή της αλόγιστης σπατάλης πόρων και της  δημόσιας επίδειξης δύναμης ενώπιον της πόλεως και του αθηναϊκού Δήμου (ερωμένου).Βόρεια Ζωφόρος Παρθενώνα Οι πολίτες προσφέρουν στην πόλη τους, και μάλιστα σε κοινή θέα,  ό,τι ομορφότερο και  πολυτιμότερο έχουν: την ιδιωτική τους περιουσία, τις δεξιότητές τους, τα νιάτα τους άλλοι και άλλοι την ωριμότητά τους, και όλοι μαζί ακόμη και τη ζωή τους την ίδια. Δεν αποτελεί λοιπόν έκπληξη αλλά μάλλον κοινό τόπο στην πολιτική ζωή (και ρητορική) της Αθήνας, που ο Περικλής στον Επιτάφιο λόγο του (Θουκ. Ιστορίαι 2.43.1) ζητά από τους πολίτες να λογαριάσουν όχι μόνο με τη λογική τα οφέλη να είναι πολίτες μιας τέτοιας πόλεως, αλλά τους προσκαλεί, αφού θαυμάσουν την ομορφιά της, να γίνουν εραστές της,  γιατί γνωρίζει καλά ότι μόνο ο θαυμασμός και η παράδοση άνευ όρων στην ομορφιά της πόλεως των Αθηνών μπορεί να οδηγήσει στη θυσία για χάρη της. Οι πολίτες ως εραστές της πόλεως είναι οπωσδήποτε ένα πολιτικό φαινόμενο που παραπέμπει σε μια άλλης τάξεως ερωτική εμπειρία με όλες τις δυνατότητες ανοιχτές είτε για το μεγαλείο είτε για τη συντριβή. Ο Θουκυδίδης μάλιστα εξαίρει τη λαμπρότητα της προετοιμασίας για την εκστρατεία στη Σικελία και το υπέρογκο κόστος της σε σύγκριση με όσες υπερπόντιες εκστρατείες είχαν επιχειρηθεί μέχρι τότε από μια και μόνον πόλη (Θουκ. Ιστορίαι 6.31.1).

Όχι μόνο το κράτος, αλλά και οι ίδιοι οι τριήραρχοι που ήταν επιφορτισμένοι με τον εξοπλισμό των τριήρων τους  πρόσθεταν δικές τους συμπληρωματικές αμοιβές στα πληρώματα και στους τεχνικούς. Ακόμη και με πολυτελή στολίδια και έπιπλα εφοδιάσανε τα πλοία τους. Ο καθένας τους έβαζε τα δυνατά του για να ξεχωρίζει το δικό του πλοίο σε ομορφιά και ταχύτητα (Θουκ. Ιστορίαι 6.31.3.). Αλλά και στο πεζικό, πέρα από την αυστηρή επιλογή των καλύτερων ανδρών, εντυπωσιακή ήταν και η άμιλλα μεταξύ τους (πρὸς ἀλλήλους ἀμιλληθὲν) για το ποιος θα έχει τον καλύτερο ατομικό εξοπλισμό (Θουκ. Ιστορίαι 6.31.3). Ο ναρκισσισμός και η  επίδειξη, που χαρακτηρίζουν την τυπική συμπεριφορά των εραστών, εδώ χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά ολόκληρου του σώματος των πολιτών που έπαιρναν μέρος στην εκστρατεία, σε σημείο μάλιστα ώστε ο ίδιος ο Θουκυδίδης να παρατηρεί ότι ήταν τόσο μεγάλος ο ανταγωνισμός (ἔρις) μεταξύ τους «ώστε η όλη επιχείρηση μπορούσε να θεωρηθεί πιο πολύ σαν επίδειξη, προς τους άλλους Έλληνες, δύναμης και πλούτου παρά σαν στρατιωτική ετοιμασία εναντίον εχθρού» (Θουκ. Ιστορίαι 6.31.4).

Οι πολίτες ως εραστές της πόλεως πλέον είναι προφανές ότι κινούνται όχι με οδηγό τη σωφροσύνη αλλά το τυφλό πάθος, αφού  βρίσκονται μέσα στον μαγικό κύκλο ανάπτυξης του ερωτικού φαινομένου, που είναι σαφώς διαχωρισμένο από την πραγματικότητα και τη λογική.

Μόνον οι πολίτες-εραστές της πόλεως που βλέπουν με θαυμασμό τη δύναμη της πόλεως κάθε μέρα στην πράξη [τὴν τῆς πόλεως δύναμιν καθ’ ἡμέραν ἔργῳ θεωμένους καὶ ἐραστὰς γιγνομένους αὐτῆς, (Θουκ. Ιστορίαι 2.43.1)] μπορούν να προσφέρουν τη ζωή τους γι’ αυτήν, προκειμένου να μην τη στερηθούν ούτε και να την αφήσουν να παραδοθεί στις βίαιες ορέξεις των τυράννων. Οι εραστές της πόλεως πεθαίνουν γι’ αυτήν κι όχι εκείνοι που υπολογίζουν μόνο με τη λογική την ωφέλεια (Θουκ. Ιστορίαι 2.43.1). Δεν είναι τυχαίο λοιπόν που ο Θουκυδίδης εντάσσει την ατυχή ερωτική ιστορία του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα στην εξιστόρηση των Σικελικών του ως αρχετυπική εκδήλωση της συνύφανσης του φαινομένου του πολιτικού έρωτος με τον σωματικό-προσωπικό έρωτα, αποκαλύπτοντας με την εκτενή παρέκβαση (6.54 έως 6.59) την ιδιοτέλεια και τις πολιτικές διαστάσεις αυτού του ερωτικού πάθους, που είχαν ως κατάληξη την επιτάχυνση της πτώσης της τυραννίδας των Πεισιστρατιδών το 514 π.Χ, μετά και από την επέμβαση των Λακεδαιμονίων.

Συγχρόνως όμως ο Θουκυδίδης μέσα από την ερωτική αυτή ιστορία ασκεί κριτική στο αφήγημα της δημοκρατίας, ότι δηλαδή ο Αρμόδιος και ο Αριστογείτων, δίνοντας τάχα ανιδιοτελώς τη ζωή τους έσωσαν τη δημοκρατία από τις ορέξεις των τυράννων και τη βία της εξουσίας τους. Αρμόδιος και ΑριστογείτώνΗ αφήγηση με κάθε λεπτομέρεια της προσωπικής ιστορίας του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα και η περιγραφή με ευσυνειδησία κλινικού ιατρού της παθολογίας του έρωτα φυσικών προσώπων χωρίς καμία εξιδανίκευση αποτελούν μοναδική στην Ιστορία του Θουκυδίδη παρέκβαση. Ο έρωτας αποκαλύπτεται στη γήινη διάστασή του, όπου καταδεικνύονται η βία του εραστή (Αριστογείτων) και του αντεραστή (ο αδελφός του τυράννου Ίππαρχος) για κατοχή του νεαρού ερωμένου (Αρμόδιος), η ερωτική λύπη, η ζήλεια, ο φόβος, η παράλογη τόλμη και, τέλος, ο θάνατος όλων των εμπλεκόμενων στην ερωτική ιστορία. Δίνοντας όλες αυτές τις λεπτομέρειες αποφαίνεται κατηγορηματικά ο Θουκυδίδης για την αιτία της πράξης των τυραννοκτόνων. Δεν ήταν ο πατριωτισμός τους και τα δημοκρατικά τους φρονήματα αλλά το ερωτικό πάθος που όπλισε το χέρι των εραστών κατά των τυράννων. «Αιτία, λοιπόν, της συνωμοσίας  του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα» αποφαίνεται ο Θουκυδίδης, «υπήρξε το ερωτικό πάθος, και εκείνο που τους έσπρωξε στο παράλογο τόλμημα ήταν ο ξαφνικός τους φόβος» [τοιούτῳ μὲν τρόπῳ δι’ ἐρωτικὴν λύπην ἡ τε ἀρχὴ τῆς ἐπιβουλῆς καὶ ἡ ἀλόγιστος τόλμα ἐκ του παραχρῆμα περιδεοῦς Ἁρμοδίῳ καὶ Ἀριστογείτονι ἐγένετο], (Θουκ. Ιστορίαι 6.59.1). Ωστόσο, ο Αρμόδιος και Αριστογείτων έκτοτε αποτελούσαν για την επίσημη αθηναϊκή δημοκρατική πολιτική ιδεολογία –μυθολογία κατά τον Θουκυδίδη– το  πρότυπο του ιδανικού πολίτη,  αφού ως εραστές της πόλεως των Αθηνών θυσίασαν τη ζωή τους για τη δημοκρατία.

Αυτή η ιδεολογία της αξεπέραστης ανδρείας των πολιτών-εραστών προβάλλεται και με το γνωστό σύμπλεγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, που το χάλκινο πρωτότυπό του κατασκευάστηκε λίγο μετά το 510 π.Χ από τον Αντήνορα, ύστερα από παραγγελία του αθηναϊκού Δήμου,  και στήθηκε στην αγορά για να λειτουργεί παραδειγματικά[6]. Με την πολιτική αυτή μυθολογία (ή ιδεολογία) συμμορφώνεται και ο Περικλής στον Επιτάφιό του, ζητώντας από τους πολίτες να δώσουν τη ζωή τους για την πόλη σαν εραστές της. Ο έρως, κατά συνέπεια, στο  φαντασιακό των Αθηναίων δεν αντιμετωπίζεται ως ιδιωτική υπόθεση, αλλά συνυφαίνεται με το πολιτικό φαινόμενο.ζωφόρος Το δημοκρατικό πολιτικό φαινόμενο στην Αθήνα του 5ου αιώνα ως έντονα ερωτικοποιημένη ιδεολογία του ανήκειν αποκαλύπτεται όχι μόνο στον Επιτάφιο λόγο του Περικλή, αλλά και στη ζωφόρο του Παρθενώνα, καθώς αυτή η τόσο ξένη σε μας ιδεολογία προσλαμβάνεται μέσα από την προοπτική θέασης του ερωτικοποιημένου βλέμματος των πολιτών-εραστών (Stewart:152-167).

Με δεδομένη λοιπόν αυτή τη συνύφανση προσωπικού-ερωτικού και δημόσιου-πολιτικού φαινομένου είναι τουλάχιστον λανθάνουσα στην ιστορική αφήγηση των Σικελικών του Θουκυδίδη η αναλογία των τυραννοκτόνων Αρμόδιου και Αριστογείτονα με τους δημαγωγούς πολιτικούς αντιπάλους του Αλκιβιάδη.

ΑλκιβιάδηςΟ Αλκιβιάδης, πείθοντας (δηλαδή γοητεύοντάς ερωτικά) τους Αθηναίους να εκστρατεύσουν στη Σικελία, βρισκόταν πολύ κοντά στο να γίνει ο νέος τύραννος της Αθήνας, ο εραστής της πόλεως, η οποία  τον ακολουθούσε τυφλωμένη από τις υποσχέσεις του για κατακτήσεις και δόξα. Αν ο Αλκιβιάδης πετύχαινε να κατακτήσει το μεγάλο νησί, πράγμα που δεν φάνταζε απίθανο ούτε για τον ίδιο τον Θουκυδίδη με δεδομένες και τις στρατηγικές ικανότητες και την ορμή του φιλόδοξου στρατηγού, τότε αυτός θα το πρόσφερε ως πολύτιμο κόσμημα στην Αθήνα-ερωμένη του. Ο έρως του εραστή για το ερώμενο πρόσωπο είναι κτητικός και βίαιος, δηλαδή τυραννικός. Αυτό φρόντισε να το δείξει ο Θουκυδίδης στην περίπτωση του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα, παρατηρώντας για τη στάση του ώριμου στην ηλικία Αριστογείτονα (εραστή) προς τον νεαρό Αρμόδιο (ερωμένο): «ἐραστὴς ὤν εἶχεν αὐτόν» (έγινε εραστής του και τον κατείχε). Οι πολιτικοί αντίπαλοι του Αλκιβιάδη συμπεριφέρονται πάλι ως αντεραστές που διεκδικούν με κάθε κόστος την εύνοια του αθηναϊκού Δήμου και της ερωμένης πόλεως, της Αθήνας, στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση του πολιτικού έρωτος. Η αναλογία έχει ως εξής: όπως σύμφωνα με τον πολιτικό, κατά τον Θουκυδίδη, μύθο των τυραννοκτόνων, ο Αρμόδιος και Αριστογείτων σκότωσαν τον τύραννο –τον  αδελφό του τυράννου Ίππαρχο για την ακρίβεια και όχι τον ίδιο τον τύραννο Ιππία– ανέτρεψαν την τυραννίδα και έσωσαν τη δημοκρατία, έτσι και οι δημαγωγοί-αντεραστές του αθηναϊκού Δήμου οφείλουν να ανατρέψουν τον επίδοξο νέο τύραννο-εραστή Αλκιβιάδη με κάθε μέσο (συκοφαντία και δόλο) και με κάθε κόστος, ακόμη και με την αποτυχία της εκστρατείας και την καταστροφή της ίδιας της πόλεως.

Ο έρως ως τύραννος με απόλυτη εξουσία στα σώματα και τις ψυχές των θνητών είναι για τους αρχαίους η παγίδα που στήνουν οι θεοί για να τους καταστρέψουν. Ο πολιτικός έρως, με την αυτονόμηση των παθών και την κυριαρχία των συναισθημάτων επί της λογικής, οδηγεί εξίσου στην καταστροφή πολιτείες ολόκληρες. Ο  έρως στην απόλυτη μορφή του κι όχι ως μέσο που υποτάσσεται σε κάποιον άλλον υψηλότερο σκοπό (αναπαραγωγικό, πνευματικό) συνδέεται άρρηκτα με τον θάνατο. Απόλυτοι έρωτες με ευτυχισμένη κατάληξη δεν  υπάρχουν. Η μεγάλη λογοτεχνία το έδειξε για τα φυσικά πρόσωπα (για παράδειγμα το κλασικό έργο  Άννα Καρένινα του Τολστόι). Ο Θουκυδίδης το έδειξε στις πολιτικές κοινωνίες που βρίσκονται υπό την κυριαρχία του πολιτικού έρωτος και των συναφών αυτονομημένων και βίαιων συναισθημάτων.

 

[1] Ο όρος ηθελημένα παραπέμπει στην έννοια του ασαφούς (fuzzy concept) και στην εφαρμογή της σχετικής λογικής μεθόδου (ασαφής λογική/ fuzzy logic) στα μαθηματικά, τη στατιστική, την οικονομία, την κλινική ιατρική (Ανευλαβής 2001), τη γλωσσολογία, τα έμπειρα συστήματα, καθώς  και σε άλλα πεδία του επιστητού. Βέβαια, στη φιλοσοφία και την πολιτική  η έννοια του ασαφούς και η ασαφής λογική προσεγγίζονται και εφαρμόζονται διαφορετικά σε σχέση με τις μαθηματικές επιστήμες. Ωστόσο, η έννοια του ασαφούς και η ασαφής λογική ενδιαφέρουν στον βαθμό που επιτρέπουν την εξεύρεση λύσεων σε ένα  περιβάλλον  που το χαρακτηρίζει η αβεβαιότητα, η πολυπλοκότητα, η ρευστότητα και η συνύφανση, καθώς σε συγκεκριμένες περιπτώσεις λειτουργούν περισσότερο αποτελεσματικά αναγνωρίζοντας διαβαθμίσεις ανάμεσα στο ψευδές και το αληθές, το σωστό (1) και το λάθος (0) της δίτιμης λογικής(1,0). Για την κατανόηση ενός προβλήματος η ασαφής λογική δίνει ιδιαίτερη προσοχή  στο συγκείμενο (Context), δηλαδή στα συμφραζόμενα της μεγάλης (και αόρατης για το ανυποψίαστο μάτι) εικόνας, μέσα στην οποία εντάσσεται και η συγκεκριμένη περίπτωση. Βέβαια, η ασαφής λογική στις μαθηματικές εφαρμογές της δεν θέλει να είναι καθόλου ασαφής, αλλά επιδιώκει την ακρίβεια στον μέγιστο βαθμό, χρησιμοποιώντας για τη διαβαθμισμένη κλίμακα την αριθμητική μέτρηση και την αλγοριθμική παραμετροποίηση. Το αόρατο θεμέλιο, ωστόσο, αυτής της μέτρησης δεν είναι αριθμητικό-ποσοτικό αλλά μη αριθμητικό-ποιοτικό, και αυτό γίνεται ιδιαίτερα φανερό όταν επιχειρείται η κατανόηση των πολιτικών φαινομένων εκείνων των κοινωνιών που βρίσκονται σε «κρίση», δηλαδή σε μια κατάσταση ασταθούς ισορροπίας και μια διαδικασία μετάβασης. Αυτές οι κοινωνίες βρίσκονται σε σύγχυση, σε μια κατάσταση  fuzzy (fuzzy: θολό, θαμπό, ασαφές), κατά την οποία τα πολιτικά υποκείμενα (άτομα, κόμματα, φορείς) και οι θεσμοί, της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας για να αναφέρουμε ένα σύγχρονο παράδειγμα, αδυνατούν να διακρίνουν και να αποφασίσουν το ορθό μέσα στο θολό αυτό τοπίο. Το αποτέλεσμα αυτής της διαταραχής στην όραση των πολιτικών  υποκειμένων –όπως είχε δείξει και ο Πλάτων στην Αλληγορία του σπηλαίου (Πολιτεία Ζ΄, 514a-520)- είναι οι λανθασμένες αποφάσεις, που και αυτές με τη σειρά τους ανατροφοδοτούν τη σύγχυση (δηλαδή την «πολιτική κρίση») και την επιτείνουν. Από αυτή την άποψη θα  συμφωνήσουμε με την ερμηνεία της πλατωνικής Αλληγορίας του σπηλαίου που επιχείρησε ο Χάιντεγκερ (Heidegger 2011:71-112), τονίζοντας τη σημασία που έχει στον Πλάτωνα η παιδεία ως περιαγωγή (δηλαδή στροφή) της ψυχής προς το αγαθό (την πηγή του φωτός που καθιστά δυνατή τη λειτουργία της όρασης),  προκειμένου να διακρίνουμε στην πολιτική ζωή τις διαβαθμίσεις του αληθούς και να παίρνουμε κάθε φορά τις ορθότερες αποφάσεις.

[2] Η συνύφανση συνέχει με ορατά και αόρατα νήματα ανθρώπους, εξανθρωπισμένα πράγματα (όχι πια ουδέτερα και απαθή αντικείμενα), σχέσεις, εμπειρίες, νοήματα σε ένα υφαντό, του οποίου  το  σχέδιο και η υφή, αν και δείχνουν ασαφή (fuzzy) στην επιπόλαια και φευγαλέα ματιά, συγκροτούν ωστόσο μια ολότητα νοήματος για το υποψιασμένο και ερευνητικό βλέμμα. Σε κάθε περίπτωση ο έρως, καθώς εντάσσεται στο πλαίσιο αλληλεπίδρασης της φιλότητος και του νείκους, εφαπτόμενος και με τις δυο αυτές εμπεδόκλειες κοσμικές αρχές, αποτελεί θεμελιώδες γνώρισμα αυτής τούτης της συνύφανσης. Για την έννοια της συνύφανσης μέσα από παραδείγματα από την αρχαιολογία και με στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο βλ. Hodder 2014.

[3][3] Ο βασιλιάς των Λυδών Κανδαύλης ερωτεύθηκε τόσο πολύ τη γυναίκα του που πίστευε ότι είναι η πιο όμορφη από όλες. Αυτή η πίστη, γέννημα του παράφορου έρωτα, και η ανάγκη για επαλήθευσή της οδήγησε στη  δολοφονία του βασιλιά σε συνωμοσία που εξύφαναν η όμορφη γυναίκα του και ο έμπιστος βεζίρης (δορυφόρος) του Γύγης. Μαρωνίτης Ν. Δ. 1981: 16-27.

[4]Α. Γεωργοπαπαδάκου (μετάφραση), Θουκυδίδη Ιστορία, εκδ. Μαλλιάρης – Παιδεία, Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 355.

[5] Τη μεταμορφωτική δύναμη του έρωτος και τη σχέση του με την καλλιτεχνική δημιουργία επισημαίνει και ο Νίτσε: «ο ερωτευμένος γίνεται σπάταλος: είναι αρκετά πλούσιος γι’ αυτό. Τώρα τολμά, γίνεται τυχοδιώκτης, γίνεται γάιδαρος σε μεγαλοψυχία και αθωότητα.  πιστεύει στον Θεό και πάλι, πιστεύει στην αρετή, επειδή πιστεύει στην αγάπη. και από την άλλη μεριά, αυτός ο ευτυχισμένος ηλίθιος ανοίγει φτερά και καινούριες ικανότητες, και ακόμη και η πόρτα της τέχνης είναι ανοιχτή γι’ αυτόν» (Νίτσε: 374).

[6] Σήμερα το σύμπλεγμα του Αρμόδιου και του Αριστογείτονα  σώζεται σε ρωμαϊκό αντίγραφο από μάρμαρο που βρίσκεται στην Ιταλία, στο αρχαιολογικό μουσείο της Νεάπολης. Ήδη από την αρχαιότητα το χάλκινο πρωτότυπο κλάπηκε το 480 π.Χ από τους Πέρσες που κατέστρεψαν την Αθήνα (για να επιστραφεί αργότερα από τον Αλέξανδρο) και το 477 π.Χ οι Αθηναίοι το αντικατέστησαν με ένα νέο ζεύγος από το χυτήριο του Κριτίου και του Νησιώτη. Σήμερα σώζονται μαρμάρινα αντίγραφα του δεύτερου αυτού συμπλέγματος και θεωρούνται σχετικά πιστή απόδοση του χάλκινου πρωτοτύπου τους. Βλ. την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα προσέγγιση του πολιτικού αυτού συμπλέγματος μέσα από την προοπτική του ομοερωτικού αθηναϊκού ιδεώδους της ανδρείας: Andrew Stewart, Τέχνη, επιθυμία και σώμα στην αρχαία Ελλάδα, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2003, σσ. 144-151.

Δημήτρης Βλάχος, «Εδώ ήταν η Τροία μου!»/ Τόποι στοχασμού της ανθρώπινης κατάστασης/ Όμηρος – Μιγκέλ Ντε Θερβάντες – Αλμπέρ Καμύ – Θουκυδίδης – Γιώργος Σεφέρης, εκδόσεις Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2016

Εδώ ήταν η Τροία μου, εξώφυλλο«Αλήθεια, πώς γεννιέται ένας τόπος; Πώς αναδύεται από τον αδιάφορο γεωγραφικό χώρο; Πώς ένα ακρογιάλι (της Τρωάδας), ένα ποτάμι (του Ηράκλειτου), ένας βράχος (η Ακρόπολη των Αθηνών) γίνονται  το κέντρο, το σημείο αναφοράς για έναν γεωγραφικό και πολιτισμικό, κατ’ επέκταση, χώρο;

Οι τόποι αναβλύζουν σαν τα υπόγεια ύδατα, όταν αυτά βρουν κάποιο ρήγμα στην επιφάνεια της γης. Για να συμβεί αυτό στην ποίηση και τον στοχασμό, χρειάζεται ο συντονισμός ανάμεσα στον ποιητή – αφηγητή και τον φυσικό χώρο που τον περιβάλλει. Ο ποιητής – αφηγητής  λειτουργεί ως ραβδοσκόπος.  Η ποίηση – αφήγηση είναι το ραβδί του. Το ραβδί είναι προέκταση του χεριού του. Το χέρι είναι προέκταση της ευαισθησίας του. Η ευαισθησία του ριζώνει στο όνειρο και τη δημιουργική του φαντασία. Στο όνειρο συντελείται και η συνάντησή του με το μυστήριο του κόσμου.   Ο ποιητής – αφηγητής είναι ο ονειρευτής του λαού του. Εκεί, λοιπόν, μέσα στο όνειρό του, ένα ακρογιάλι, ένα ποτάμι, ένας βράχος γίνονται τόποι περισυλλογής νοήματος, τόποι στοχασμού της ανθρώπινης κατάστασης. Τότε ο γεωγραφικός χώρος αποκτά τα σημεία αναφοράς του, τους τόπους του, και εξανθρωπίζεται. Κι έτσι εξανθρωπισμένος εισέρχεται στην Ιστορία και στον χρόνο. Ο γεωγραφικός χώρος ως τόπος με νόημα χρονούται (zeitigt sich), θα έλεγε ο Χάιντεγκερ. Γίνεται ανθρώπινος, θα  έλεγαν οι ποιητές και οι αφηγητές ιστοριών.

Τρεις δοκιμές πραγμάτευσης ομιλούντων τόπων περιλαμβάνονται σ΄ αυτό το βιβλίο. Και οι τρεις αυτοί τόποι ομιλούν για τον άνθρωπο σε οριακές στιγμές αυτοσυνειδησίας του, έτσι όπως τις κατέγραψε ο λόγος, πεζός και ποιητικός. Και οι τρεις προσφέρουν μια τοπογραφική αποτύπωση της ανθρώπινης κατάστασης και προσφέρονται για στοχασμό. Το ακρογιάλι, η Αγορά και η Εκκλησία του Δήμου της Αθήνας, και, τέλος, η ακροποταμιά, είναι οι τρεις παραδειγματικοί τόποι στοχασμού της ανθρώπινης κατάστασης που καταγράφονται εδώ…», Πρόλογος σσ. 8-9.

 Περιεχόμενα

 

Ορίζοντας το έθνος στα Βαλκάνια

Ορίζοντας το έθνος στα ΒαλκάνιαΠαρουσίαση

Η προσέγγιση Κροατών και Σέρβων λογίων στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, με την υποβάθμιση του παράγοντα της θρησκευτικής διαφοράς, από το ένα μέρος, και την έμφαση στη γλωσσική και εθνοτική συγγένεια από το άλλο, έδειξε ότι η γλώσσα και η θρησκεία μπορούν να αξιοποιηθούν ιδεολογικά, όποτε οι πολιτικές περιστάσεις το απαιτούν. Χωρίς αμφιβολία, η σερβοκροατική φιλολογική προσέγγιση στα μέσα του 19ου αιώνα, καθώς και η σερβοκροατική αιματηρή αντιπαράθεση στα τέλη του 20ού αιώνα, αναδεικνύουν το ζήτημα της πολιτικοποίησης της γλώσσας και του πολιτισμού γενικότερα. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Διαθέσιμο και στο Βιβλιοπωλείο Πολιτεία:

http://www.politeianet.gr/books/9786185140069-blachos-dimitris-romi-orizontas-to-ethnos-sta-balkania-254156

Δημήτρης Βλάχος, Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2015

Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού«V. Εξώφυλλο: Κάσπαρ Νταβίντ Φρίντριχ (1774 – 1840), Ασβεστολιθικά βράχια στο Ρίγκεν (Kreidefelsen auf Rügen), ελαιογραφία σε καμβά, διαστάσεις 90,5 Χ 71 cm, περίπου 1818. Βρίσκεται στο Μουσείο Τέχνης Όσκαρ Ράινχαρτ (Museum Oskar Reinhart) της Βίντερτουρ (Winterthur) στο ελβετικό καντόνι της Ζυρίχης.

Ο πίνακας αυτός θεωρείται από τα εμβληματικά έργα του Γερμανικού Ρομαντισμού. Οι θεμελιώδεις έννοιες του ρομαντικού κινήματος αποτυπώνονται  σ’ αυτόν εικαστικά, δικαιώνονται αισθητικά και βιώνονται συγκινησιακά από τον προσεκτικό παρατηρητή ως ένταση. Φόβος ενώπιον του γκρεμού και λαχτάρα για ελευθερία που υπόσχεται ο ανοιχτός ο ορίζοντας στο βάθος. Από τη λάμψη της ροδαυγής στα γαλήνια νερά, μακριά στο βάθος του ανοιχτού ορίζοντα, χωρίζει τους παρατηρητές η απειλητική άβυσσος. Αυτή η παρουσία του φοβερού είναι που καθιστά το έργο αυτό όχι απλά αισθητικά ωραίο αλλά Υψηλό. Τα απόκρημνα ασβεστολιθικά βράχια, αριστερά και δεξιά, περιορίζοντας το βλέμμα, γεννούν την ανάγκη για διάνοιξη του ορίζοντα και για φυγή μακράν της ασφυκτικής πραγματικότητας. Η απογοήτευση των προοδευτικών διανοουμένων και των καλλιτεχνών μετά το Συνέδριο της Βιέννης (1814), όπου και ενταφιάστηκαν  (προσωρινά βέβαια τότε) τα αιτήματα για πολιτική ελευθερία και εθνική ολοκλήρωση, βρίσκει παρηγοριά στο προσφιλές καταφύγιο των Ρομαντικών όλων των εποχών: στη νοσταλγία. Νοσταλγία για τον μακράν και πέραν αυτής της πραγματικότητας τόπο και χρόνο αυθεντικής ζωής. Για εκείνον τον τόπο και τον χρόνο όπου η ανθρωπότητα με τη μορφή των ομόγλωσσων οργανικών εθνικών κοινοτήτων θα μπορούσε να ανακτήσει την αληθινή της αρχέγονη ενότητα, υπερβαίνοντας τον κατακερματισμό της σε μηχανικά ανελεύθερα κρατικά μορφώματα που αντιμάχονταν το ένα το άλλο, ακρωτηρίαζαν την ανθρώπινη ύπαρξη και την απομάκρυναν από τη Φύση και από την εμπειρία της κοινοτικής ζωής. Σ’ αυτήν τη νοσταλγία για την ανάκτηση της αρχέγονης (υποτίθεται λησμονημένης) ενότητας θεμελιώνεται φιλοσοφικά ο Ρομαντικός Εθνικισμός του 19ου αιώνα, που βλέπει στη γλώσσα του λαού (την εθνική γλώσσα) τον κατεξοχήν οργανικό δεσμό ο οποίος συνδέει τα μέλη μιας Κοινότητας τόσο μεταξύ τους όσο και με τη Φύση. Ο Γιόχαν Γκότφριντ Χέρντερ και ο Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε ανάδειξαν με τον φιλοσοφικό τους λόγο τον ρόλο που θα μπορούσαν να διαδραματίσουν η γλώσσα και ο πολιτισμός ως παράγοντες εθνικής ολοκλήρωσης και πολιτικής νομιμοποίησης των κρατών μετά την κατάρρευση του θρησκευτικού κοσμοειδώλου στη νεότερη (μετά τη Γαλλική Επανάσταση) εποχή», σσ. 128 – 129.

 Δημήτρης Βλάχος, Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού/ Χέρντερ και Φίχτε ως αντιπροσωπευτικοί θεωρητικοί του γλωσσικού έθνους, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2015, σελίδες 146. [ISBN: 978-618-5140-07-6].

Δημήτρης Βλάχος, Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2015, Περιεχόμενα

Δημήτρης Βλάχος, Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2015, Εισαγωγή, σσ. 1-10

 Δημήτρης Βλάχος, Οι ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού, εκδ. Ρώμη, Θεσσαλονίκη 2015, «Αντί επιλόγου: Η περιπέτεια του εθνικισμού. Από την ανακάλυψη της ιδέας του έθνους στη διαστροφή της», σελίδες 82-101