Blog EL

«…the burning violin…»: Γεννήθηκα στα 1764, Δημήτρη Βλάχου_περιοδ. «Θευθ», Δεκέμβριος 2016

«Γράφοντας έμαθα να διαβάζω», είχε πει ο Φώκνερ. Μεγαλώνοντας κι εγώ κατάλαβα την αλήθεια αυτού του παράδοξου. Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι στάθηκαν αφορμή για να ξυπνήσουν συγκινήσεις για αγαπημένα πρόσωπα που αφού άφησαν τον σπόρο μέσα μας, έφυγαν από αυτόν τον κόσμο. Και ο σπόρος φύτρωσε χρόνια μετά. Όπως γίνεται συνήθως με τους σπόρους…  Από αυτούς που γίνονται τα δέντρα και από τα δέντρα μετά τα σπάνια βιολιά. Δεν ξέρεις πότε θα φυτρώσουν και τι μουσική θα βγάλουν.

Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι ήταν η αφορμή. Ένα βιβλίο και ένα τραγούδι, ανοιχτά και τα δυο σε προσωπικές αναγνώσεις, όταν έρθει το πλήρωμα το χρόνου.  Το βιβλίο που αφύπνισε το χρέος  απέναντι σ’ αυτούς που φύγαν είναι το ογκώδες 727 σελίδων Confiteor, του Ζάουμε Καμπρέ, εκδ. Πόλις 2016. Το τραγούδι είναι το πασίγνωστο «Dance me to the end of love», του Λεονάρντ Κοέν. Δεν θα προχωρήσω σε κριτική του βιβλίου, αρκεί που αφύπνισε τη συγκίνησή μου  και με παρακίνησε να το συνεχίσω, δίνοντας εγώ πια φωνή και  λόγο στο βιολί για να αφηγηθεί αυτό την ιστορία του μοντέρνου κόσμου μας.

Συμπληρωματικά αναφέρω και το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Ιάκωβου Στρούμσα, του ελληνοεβραίου βιολιστή του Άουσβιτς, με τίτλο Διάλεξα τη ζωή…/ από τη Θεσσαλονίκη στο Άουσβιτς, εκδ. Ίδρυμα ΕΤΣ ΑΧΑΪΜ, που  ήρθε να ξυπνήσει αφηγήσεις αγαπημένου προσώπου. Για το τραγούδι το Λεονάρντ Κοέν, τώρα,αρκούν τα σχόλια του ίδιου του δημιουργού του και φυσικά το ίδιο το τραγούδι (https://www.youtube.com/watch?v=NGorjBVag0I). Ο Κοέν σχολιάζοντας «το φλεγόμενο βιολί»  (the burning violin) δήλωσε σε συνέντευξή του:

«Είναι παράξενος ο τρόπος που γεννιέται ένα τραγούδι, κάθε τραγούδι έχει κάποιου είδους σπόρο, που κάποιος βάζει στο χέρι σου ή ο ίδιος ο κόσμος βάζει στο χέρι σου, και γι’ αυτό η διαδικασία είναι τόσο μυστήρια για το πώς γράφεται ένα τραγούδι. Όμως το συγκεκριμένο ήρθε για μένα απλά επειδή γνώριζα ή άκουγα ότι δίπλα στα κρεματόρια, σε κάποια στρατόπεδα θανάτου υπήρχε μία ομάδα μουσικών, που αποτελούνταν από ένα κουαρτέτο εγχόρδων, οι οποίοι υποχρεώνονταν να παίζουν κάθε φορά που εξελισσόταν η διαδικασία αυτής της φρίκης. Και αυτούς τους ανθρώπους που έπαιζαν, τους περίμενε η ίδια τρομακτική μοίρα. Και υποχρεώνονταν να παίζουν κλασική μουσική, την ώρα που οι συγκρατούμενοί τους θανατώνονταν και καίγονταν. Αυτή η μουσική λοιπόν το “χόρεψέ με στην ομορφιά σου με ένα φλεγόμενο βιολί” εννοεί συμβολικά σαν ομορφιά το τέλος της ύπαρξης, και το στοιχείο του πάθους που διέπει κάθε ολοκλήρωση. Όμως αυτή είναι η ίδια γλώσσα που χρησιμοποιούμε για την απόλυτη παράδοση στον αγαπημένο ή στην αγαπημένη μας, έτσι ώστε σ’ ένα τραγούδι να μην είναι σημαντικό εντέλει να γνωρίζει κανείς την απαρχή της γένεσής του, γιατί εάν και η ίδια η γλώσσα προέρχεται απ’ αυτή την γενεσιουργό πηγή πάθους, μπορεί να αγκαλιάσει οποιαδήποτε παθιασμένη ενέργεια».

Το δικό μου κείμενο, «Γεννήθηκα στα 1764…», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΕΥΘ, τεύχος 4, Δεκέμβριος 2016.  Δραματοποιήθηκε από τον φίλο σκηνοθέτη και Διευθυντή του Λαογραφικού Μουσείου Ξάνθης, Πασχάλη Ξανθόπουλο και παρουσιάστηκε  στις 30 Οκτωβρίου 2016 στην Καπναποθήκη της ΦΕΞ από τη θεατρική ομάδα «οδός ονείρων»,  διαλεγόμενο με τη μουσική ερμηνεία του σπάνιου φίλου βιολονίστα Σπύρου Γκικόντη, επίκουρου καθηγητή βιολιού  στο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου.

 

 

Δημήτρης Βλάχος, Σπύρος Γκικόντης, 27 Οκτώβρη 2016, Ξάνθη

Το κείμενο μου παρατίθεται στη συνέχεια (και σε μορφή pdf για σχολική χρήση ως παράδειγμα άσκησης δημιουργικής γραφής:  Γεννήθηκα στα 1764_Δημήτρης Βλάχος_περιοδ. Θευθ, Δεκέμβριος 2016)  και αφιερώνεται στους  φίλους, αυτούς τους λίγους πια στις μέρες μας  που διαβάζουν και ακούν προσεχτικά.

 

Γεννήθηκα στα 1764…[1]

 

Στον μαέστρο βιολονίστα Σπύρο Γκικόντη

 

Γεννήθηκα στα 1764… Λαυρέντιος Στοριόνι με εποίησεν«Laurentius Storioni Cremonensis me fecit. 1764», έγραψε  περήφανος στο εσωτερικό με καλλιγραφική λατινική γραφή ο νεαρός τότε μάστορας.  Ο Λορέντζο Στοριόνι από την Κρεμόνα ήταν ο ποιητής μου, δηλαδή ο δημιουργός μου, ο θνητός πατέρας μου, ο θεός μου. Αυτός με έφτιαξε με τα χέρια του, μου έδωσε μορφή, από το μη είναι με έφερε στο είναι και με έριξε στην ανθρώπινη Ιστορία και στο ποτάμι του χρόνου. Λαυρέντιος Στοριόνι ο εκ Κρεμόνος με εποίησεν. Μια γενιά μετά τις αυθεντίες Στραντιβάρι και Γκουαρνέρι έφτιαξε τον δικό μύθο κι εγώ ήμουν η αρχή του. Εγώ τον έφτιαξα τον μύθο του! Εγώ, το πρώτο τέλειο βιολί του Λορέντζο Στοριόνι από την Κρεμόνα. Εγώ, το δημιούργημα, είμαι το αθάνατο παιδί του θνητού δημιουργού μου. Εγώ τον γέννησα μετά τον θάνατό του. Εγώ τον έκανα διάσημο. Το πρώτο τέλειο βιολί του. Το πρώτο Στοριόνι ήμουν εγώ!

Γεννήθηκα στα 1764… Αυτό πιστοποιούν οι εμπειρογνώμονες στο βιογραφικό μου. Κι έχω μεγάλη αξία, λένε… Η αξία ενός βιολιού, λένε ακόμη, έχει να κάνει με την παλαιότητα, τα υλικά και την ποιότητα της κατασκευής του. Και, φυσικά, τη σπανιότητά του. Όσο λιγότερα έχουμε σωθεί από φημισμένα εργαστήρια των Ιταλών μαστόρων τόσο μεγαλύτερη η αξία του καθενός μας. Το βιογραφικό όμως δεν είναι η ιστορία μου. Αυτή, βέβαια, δεν ενδιαφέρει τους εμπειρογνώμονες ούτε τους αντικέρ και τους συλλέκτες παλαιών μουσικών οργάνων. Δεν έχουν αυτιά για να ακούσουν την Ιστορία. Μόνο οι μουσικοί που με πήραν στα χέρια τους άκουσαν τη φωνή μου. Αυτοί, ναι! Αυτοί με την τέχνη τους μου έδωσαν τη δυνατότητα να μιλήσω με τη δική μου φωνή. Κι εγώ τους μίλησα για την ιστορία μου, που είναι η ξεχασμένη δική τους Ιστορία. Γι’ αυτή θα σας μιλήσω τώρα… Για την ανθρώπινη Ιστορία… Για την αρχή της.

Γεννήθηκα στα 1764… Ναι,  αλήθεια είναι, αλλά όχι ολόκληρη. Η μυστική αρχή μου χάνεται μέσα στο βάθος του χρόνου. Από έλατο και σφεντάμι το σώμα μου. Οι ρίζες μου στα βουνά των Πυρηναίων. Από έλατο και σφεντάμι το σώμα μου. Και από ιδρώτα όμως. Και από αίμα. Ναι, κι από αίμα αθώων…

Μια χούφτα σπόροι από έλατο και σφεντάμι. Αυτή ήταν η προσφορά της φτωχής γυναίκας στον εξομολόγο της. Φτωχή ήταν. Δεν είχε τίποτε άλλο.  Ήταν αμαρτία, το ήξερε. Ήταν αμαρτία να αυτοκτονήσει, αλλά δεν μπορούσε να αντέξει. Δεν μπορούσε να αντέξει την ντροπή του βιασμού της από τον Γενικό Ιεροεξεταστή της Ζιρόνας. Παντρεμένη γυναίκα αυτή, ντροπιασμένη από τον ισχυρό άντρα της Αγίας Καθολικής Εκκλησίας, τον αμείλικτο διώκτη των αιρετικών της Ισπανίας, δηλαδή των Εβραίων, όσων είχαν απομείνει. Σπόροι από έλατο και σφεντάμι, για να προσευχηθεί ο εξομολόγος της για τη σωτηρία της ψυχής της. Αυτή ήταν η προσφορά της.  Είναι αμαρτία η αυτοκτονία, της είπε ο εξομολόγος. Η ζωή σου είναι στα χέρια του Θεού. Αυτός αποφασίζει κι όχι εσύ. Είναι αμαρτία, της είπε. Η αλήθεια είναι ότι δεν πίστευε ότι θα το έκανε. Κι αυτή το έκανε. Κρεμάστηκε. Και ο Γενικός Ιεροεξεταστής εξοργίστηκε και απαγόρευσε τη χριστιανική ταφή της. Να καεί στην κόλαση, είπε… Κι αυτός, ένας κάποιος Δομηνικανός μοναχός Ζουλιά που βρέθηκε ο δύστυχος μπροστά της κι έγινε εξομολόγος της άθελά του, που δεν τη γνώριζε και δεν περίμενε ότι θα αυτοκτονούσε η απελπισμένη γυναίκα, που δεν πίστεψε ότι ο Γενικός Ιεροεξεταστής τής έκανε αυτό το κακό  –πώς θα μπορούσε άλλωστε να το πιστέψει–   θα σήκωνε στους ώμους του το βάρος του θανάτου της. Γιατί δεν την πίστεψε! Γιατί δεν μπορούσε να την πιστέψει! Γι’ αυτό και στην υπόλοιπη ζωή του θα σήκωνε το βάρος της αδικοσκοτωμένης και στη φούχτα του θα έσφιγγε τη φτωχική προσφορά της, ένα σακούλι με σπόρους από έλατο και σφεντάμι. Ένα σακούλι με βάρος αβάσταχτο.

Για χρόνια περιπλανήθηκε ο μοναχός Ζουλιά. Ζώντας με την ελεημοσύνη των πιστών, ταξίδεψε προσκυνητής Άγιων Τόπων σε στεριές και θάλασσες, σε μακρινές πολιτείες και χωριά, για να βρει γαλήνη. Και κάποτε σταμάτησε σε ένα μοναστήρι της Καταλωνίας κρυμμένο μέσα σε απάτητα βουνά. Και εκεί τον δέχτηκαν οι καλοί μοναχοί να ζήσει και να δουλέψει μαζί τους. Δούλευε σιωπηλά και προσευχόταν για να ξεχάσει. Προσευχόταν για τη συγχώρεση. Προσευχόταν για τη γαλήνη. Η γαλήνη δεν τον βρήκε, αλλά τον βρήκε ο θάνατος. Ο ιππότης που βύθισε στην καρδιά του την ατσάλινη λεπίδα από το Τολέδο, σταλμένος από τον Γενικό Ιεροεξεταστή της Ζιρόνας, του πήρε τη ζωή και του έδωσε τη γαλήνη του θανάτου. Ήξερε πολλά κι έπρεπε να πεθάνει. Τον έθαψαν εκεί στο βουνό κοντά στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ που ερημώθηκε μετά. Μακριά από τους ανθρώπους. Μαζί με τους σπόρους από έλατο και σφεντάμι τον έθαψαν, την προσφορά της κρεμασμένης. Μαζί του τους είχε πάντα. Σφιχτά δεμένους μέσα στο σακούλι και το σακούλι στον κόρφο του. Κι αυτοί οι σπόροι της απελπισμένης γυναίκας, ποτισμένοι με τον ιδρώτα και το αίμα του μοναχού, φύτρωσαν μέσα από τα σπλάχνα του. Πέταξαν τρυφερά βλαστάρια. Έβγαλαν ρίζες αυτοί οι σπόροι και βυθίστηκαν στο υγρό χώμα  του σκοτεινού βουνού για να γίνουν με τα χρόνια μια συστάδα δέντρων από έλατο και σφεντάμι, εκεί όπου έθαψαν τον μοναχό Ζουλιά στα 1350.

Γεννήθηκα στα 1764, λένε οι ειδικοί. Η αρχή μου όμως βρίσκεται στους σπόρους από έλατο και σφεντάμι που φύτρωσαν γύρω στα 1350 σε ένα σκοτεινό βουνό των Πυρηναίων. Η αρχή μου βρίσκεται στην προσφορά της απελπισμένης γυναίκας, μια χούφτα σπόροι από έλατο και σφεντάμι της Ζιρόνας, που ταξίδεψαν μακριά, για να φτάσουν τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου του Μπουργάλ. Η αρχή μου βρίσκεται στο ασήκωτο βάρος της ενοχής του μοναχού που δεν μπόρεσε να αποτρέψει το κακό. Ίσως και στο θέλημα του Θεού που το επιτρέπει. Η αρχή μου βρίσκεται στην αγωνία, τον ιδρώτα και το αίμα του μοναχού Ζουλιά. Στην αγωνία, τον ιδρώτα και το αίμα των ανθρώπων. Από εκεί έρχεται η φωνή του ξύλου μου. Η δική μου φωνή. Η μουσική μου.

Πέρασα από πολλά χέρια. Χέρια εμπόρων και συλλεκτών. Βέβηλα χέρια. Άπληστα για κέρδος χέρια. Αλλά και χέρια παθιασμένων μουσικών. Χέρια βιρτουόζων που πρόσθεταν τη δική τους ψυχή, ψηλαφώντας τη δική μου αλλά και την ψυχή των άλλων μουσικών. Ο καθένας τους πίστευε ότι του ανήκω. Ότι ανήκω μόνο σ’ αυτόν και ότι θα του ανήκω για πάντα. Με αγκάλιαζε σφιχτά. Με το πάθος του εραστή. Με την αφοσίωση του εραστή. Με τις αυταπάτες του εραστή. Με την ανιδιοτέλεια και τη γενναιοδωρία εκείνου που ξέρει να τα δίνει όλα για την αγάπη του.  Και τη ζωή του ακόμη. Ναι, κάποιοι βιολιστές πλήρωσαν και με τη ζωή τους το πάθος τους για τη μουσική στην προσπάθειά τους να με κρατήσουν στην ιδιοκτησία τους. Πίστευαν ότι τους ανήκω. Όχι, δεν ανήκω εγώ σ’ αυτούς, αυτοί ανήκουν σε μένα!

Γεννήθηκα στα 1764 στην Κρεμόνα της Ιταλίας από το εργαστήριο του Λορέντζο Στοριόνι. Οι ρίζες μου  όμως βρίσκονται στα 1350 και πιο παλιά. Πέρασα από πολλά χέρια. Με αγόρασαν και με πούλησαν πολλές φορές. Θα με αγοράσουν και θα με πουλήσουν κι άλλες. Πέρασαν πολλά χρόνια από τότε και είδα πολλά. Η ιστορία όμως ήταν πάνω κάτω η ίδια. Διωγμοί, φανατισμοί, φονικά, οικογενειακές τραγωδίες, ασωτίες, ανθρώπινη απληστία, τύφλωση του νου, στέγνωμα της καρδιάς, τρέλες των ανθρώπων. Ναι, τα έζησα αυτά. Αλλά έζησα και γιορτές και στιγμές ομορφιάς και χαράς. Και μοναδικές ερμηνείες σε σαλόνια αριστοκρατών έζησα. Και σε κονσέρτα αστών σε περιόδους ειρήνης πρώτο βιολί ήμουν. Ακόμη και στο Άουσβιτς – Μπιρκενάου, στο  στρατόπεδο εξόντωσης των Εβραίων, έπαιξα για τους ευαίσθητους Ιεροεξεταστές του 20ου αιώνα που αγαπούσαν τόσο πολύ τη μουσική, που δεν μπορούσαν να τη στερηθούν ούτε και όταν έκαναν τη δουλειά τους στο μεγαλύτερο εργοστάσιο του θανάτου. Η μουσική εξημερώνει τα ήθη, λέγανε. Και είχαν παράδοση στη μουσική…

Είμαι ένα στοριόνι του 1764… Είμαι βιολί, δεν είμαι αντικείμενο. Αντιστέκομαι. Πεισμώνω. Ξυπνώ πάθη. Εμπνέω. Υφαίνω συνδέοντας διαφορετικούς χρόνους, ξένους τόπους και ανυποψίαστους ανθρώπους. Εγώ τους φτιάχνω. Τους ενώνω και τους χωρίζω. Συγκινώ. Θυμίζω… Τους θυμίζω αυτά που ξέχασαν. Αυτά που θέλουν να ξεχάσουν, αλλά δεν μπορούν. Γι’ αυτό και δεν ξεμπερδεύουν μαζί μου, γιατί δεν είμαι αντικείμενο. Είμαι ζωντανό και με το χρόνο ωριμάζω σαν το κρασί.

Δεν είμαι  απολίθωμα!  Έχω σώμα από έλατο και σφεντάμι. Και το σώμα αυτό μου δίνει χαρά και πόνο. Αισθάνομαι την ένταση των χορδών και μου αρέσει να ζω και να αναπνέω σε ευχάριστη θερμοκρασία. Πονάω όταν με χτυπούν.  Όταν με παίζουν καλοί μουσικοί γίνομαι πλουσιότερο.  Έχω φωνή. Έχω μνήμη.  Έχω ιστορία. Είμαι η Ιστορία, η μεγάλη και η μικρή. Η ιστορία όλων των ανθρώπων που με έφτιαξαν, με φρόντισαν, δούλεψαν μαζί μου, δημιούργησαν τη μουσική τους με το σώμα μου, δοκίμασαν τα όριά τους ψηλαφώντας τα δικά μου. Είμαι όλοι αυτοί, γνωστοί και άγνωστοι. Είμαι ο Ρωσοεβραίος θρυλικός βιολονίστας Γιάσα Χάιφετς, αλλά και ο ταπεινός Εβραίος βιολιστής που έπαιζε τρέμοντας από το χιόνι  κι από το κρύο του θανάτου στο Άουσβιτς Μπιρκενάου… Είμαι όλοι τους και είμαι  Ἐνα. Ένα στοριόνι…

Γεννήθηκα στα 1764…

 

[1] Εμπνευσμένο αυτό το κείμενο από το μυθιστόρημα του Ζάουμε Καμπρέ, Confiteor, εκδ. Πόλις 2016 και αφιερωμένο στον φίλο Σπύρο Γκικόντη, επίκουρο καθηγητή βιολιού στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Ιονίου Πανεπιστημίου. Ο Πασχάλης Ξανθόπουλος, Διευθυντής του Λαογραφικού Μουσείου της Φιλοπρόοδης Ένωσης Ξάνθης, υπήρξε ο καταλύτης για τη συγγραφή.  Ένα βιολί αφηγείται την Ιστορία, αυτή είναι η δική μου προσωπική ανάγνωση του μυθιστορήματος του Καταλανού Ζάουμε Καμπρέ που ακολουθώ σ’  αυτό το κείμενο, μέσα από μια χαϊντεγκεριανή φιλοσοφική προοπτική θεώρησης της πραγμότητας (Dingheit) ως τόπου συνάθροισης ανθρώπων και περισυλλογής νοήματος. Το βιολί δεν είναι ουδέτερο και αδρανές αντικείμενο, αλλά ως πράγμα συνδέει, όπως θα έλεγε ο Χάιντεγκερ, «ανθρώπους, θεούς, γη και ουρανό» για μια εναιώνια στιγμή. Το βιολί, όπως έδειξε και στο μυθιστόρημά του ο Καμπρέ, συνδέει ανθρώπινα και μη ανθρώπινα σε ετερογενή μείγματα. Εξαιρετικά ενδιαφέρον, επίσης, για τον στοχασμό των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων το βιβλίο του αρχαιολόγου Ian Hodder, Συνύφανση / Μια αρχαιολογία των σχέσεων μεταξύ ανθρώπων και πραγμάτων, εκδ. του Εικοστού Πρώτου, Αθήνα, 2014.

Συνέντευξη στην ΕΡΤ Κομοτηνής_24 Μάη 2014_Μια πόλη, ένας λαός, ένας ζωγράφος: Φρανθίσκο Γκόγια, Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου

«Μια πόλη, ένας λαός, ένας ζωγράφος: Φρανθίσκο Γκόγια, Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου»

Η συνέντευξη στην ΕΡΤ Κομοτηνής, 24 Μάη 2017:

«Μια πόλη – ένας λαός – ένας ζωγράφος:  Φρανθίσκο ντε Γκόγια ι Λουθιέντες, Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου»

 

 

 

«Οι νωπογραφίες του παρεκκλησίου του Αγίου Αντωνίου της Φλορίδα στη Μαδρίτη αποκαλύπτουν την ιδιοφυία του Γκόγια και την κριτική του ματιά απέναντι στην κοινωνία της εποχής του. Η εικαστική αφήγηση του θαύματος του καθολικού Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας (1798) δίνει την ευκαιρία στον Ισπανό ζωγράφο να δείξει στον καμβά την ανθρώπινη συνθήκη, δηλαδή την ταραχή, τα πάθη, τις αντιφάσεις της ανθρώπινης κοινωνίας, την ασχήμια και την ομορφιά του ανθρώπου. Ο ζωγράφος μάς μαθαίνει να βλέπουμε. Βλέποντας προσεκτικά καταλαβαίνουμε. Αυτή η κατανόηση των φαινομένων  είναι και η αποστολή της τέχνης κατά τον Γκόγια.

Δημήτρης Βλάχος, Σχολικός Σύμβουλος Φιλολόγων Ροδόπης, συγγραφέας

 

 

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Εδώ ήταν η Τροία μου!» στην Κομοτηνή, την Πέμπτη 29 Μαρτίου, συνέντευξη στη Νατάσσα Βαφειάδου (Ραδιόφωνο Παρατηρητής)

 

Δ.Βλάχος «Αν ήθελα να δώσω το στίγμα μου θα έλεγα ότι ο χώρος μου είναι εκεί όπου συναντιέται η ποίηση με τη φιλοσοφία»

Share

FacebookTwitter

Share

Google

29.03.2017 11:19

Συνέντευξη: Νατάσσα Βαφειάδου

«Το άχρηστο δηλαδή εκείνο που δεν αποφέρει άμεσα χρήμα, δόξα, τηλεθέαση, είναι απαραίτητο στη ζωή μας, για να τη ζήσουμε»

Δείτε περισσότερα στο: http://www.paratiritis-news.gr/

Η παρουσίαση του νέου βιβλίου, του 7ου κατά σειρά, του κ. Δημήτρη Βλάχου, Σχολικού Συμβούλου Φιλολόγων Ροδόπης, με τίτλο «Εδώ ήταν η Τροία μου! Τόποι στοχασμού της ανθρώπινης κατάστασης Όμηρος – Μιγκέλ Ντε Θερβάντες – Αλμπέρ Καμύ – Θουκυδίδης – Γιώργος Σεφέρης» θα πραγματοποιηθεί σήμερα στην Κομοτηνή με πρωτοβουλία του Δημοκριτείου Βιβλιοχαρτοπωλείου. Συγκεκριμένα η βιβλιοπαρουσίαση θα λάβει χώρα στο καφέ – μπαρ Οχτώ στις 19.30. Το βιβλίο θα παρουσιάσουν οι Δημήτρης Τζελέπης, φιλόλογος 1ου ΓΕΛ Κομοτηνής, Μαρία Αλεξίου, φιλόλογος Μειονοτικού Γυμνασίου – Λυκείου Κομοτηνής, Ιγνάτης Χουβαρδάς, φιλόλογος ιεροσπουδαστηρίου Κομοτηνής.

Λίγες ώρες πριν την βιβλιοπαρουσίαση και τα όσα έχουν να καταθέσουν για το βιβλίο οι συνάδελφοί του, ο κ. Δημήτρης Βλάχος βρέθηκε στα στούντιο του «Ραδιοφώνου του Παρατηρητή» καταθέτοντας τις δικές του σκέψεις γύρω από το βιβλίο, τις αφορμές και τα αίτια που τον οδήγησαν στη συγγραφή του. η συζήτησε βέβαια δεν περιορίστηκε μοναχά στην ιδιότητα του κ. Βλάχου ως συγγραφέα, αλλά με αφορμή τα όσα εξέθεσε για το βιβλίο, επεκτάθηκε και στην έτερη ιδιότητα του, αυτή του εκπαιδευτικό, παραθέτοντας τις σκέψεις του για την παιδεία και την εκπαιδευτική διαδικασία.

Δημήτρης Βλάχος όμως αναλυτικά…

ΠτΘ: Θέλουμε να μας δώσετε μια πρώτη εικόνα των όσων θα παρουσιαστούν την προσεχή Τετάρτη με αφορμή το τελευταίο σας βιβλίο. Είναι το έβδομο αν δεν κάνω λάθος…
Δ.Β.:
 Είναι το έβδομο, αλλά μπορεί να είναι και το πρώτο, αν το δει κάποιος από μια άλλη οπτική. Νομίζω ότι ισχύει αυτό που έχουν πει και οι επαγγελματίες συγγραφείς, ότι ο καθένας που γράφει, έχει ένα βασικό θέμα που τον απασχολεί.  Αυτό το θέμα το δίνει σε πάρα πολλές παραλλαγές. Από αυτή την άποψη είναι το πρώτο, γιατί η παραλλαγή είναι κάτι καινούργιο.  Από την άλλη βέβαια είναι και το τελευταίο σε σχέση με τα προηγούμενα. Είναι αυτά τα περίεργα που βρίσκονται όμως μέσα στη ζωή μας, που σπάνε αυτή τη γραμμή αντίληψης του χρόνου. Δηλαδή, έχουμε μάθει να τα βάζουμε όλα σε μια σειρά. Λέμε αυτό που ήταν χθες, αυτό που είναι σήμερα, αυτό που είναι αύριο, τα βάζουμε δηλαδή σε μια αριθμητική σειρά, λέμε το έβδομο βιβλίο, έχουμε όμως εμπειρία και από μια άλλη πραγματικότητα, η οποία καταργεί αυτή τη γραμμικότητα του χρόνου, καταργεί αυτή τη γραμμικότητα που έχει να κάνει με την ποσοτική αριθμητική διάσταση. Άρα, κάποιο μπορεί να είναι το τελευταίο, μπορεί να είναι και το πρώτο, να είναι και τα δύο παρόντα μαζί σε ένα.

Το πρώτο άρθρο που έχω δημοσιεύσει ήταν το «Σεφέρης, Νίτσε, Χάιντεγκερ», το 2010. Έπειτα ακολούθησαν δυο βιβλία που εκδόθηκαν από τη Φιλοπρόοδη Ένωση Ξάνθης, «Το βλέμμα», μια οντολογία του βλέμματος, «Το κόκκινο», μια ποιητική του κόκκινου, είχε τίτλο «Ένα χαστούκι από παπαρούνες», από ένα στοίχο του Ελύτη. Μετά στις εκδόσεις «Ρώμη» ακολούθησαν άλλα τέσσερα βιβλία, δυο επιστημονικά-ιστορικά, είναι και το αντικείμενό μου αυτό, το ένα έχει να κάνει με τις ρίζες του γλωσσικού εθνικισμού και το άλλο έχει να κάνει με τον εθνικισμό στα Βαλκάνια. Ακολουθεί μια νουβέλα στοχαστική υπό τον τίτλο «Fontanero», και το τελευταίο είναι το «Εδώ ήταν η Τροία μου». Αν ήθελα να δώσω στο στίγμα μου θα έλεγα ότι ο χώρος μου είναι εκεί όπου συναντιέται η ποίηση με τη φιλοσοφία, αν και αυτό ακούγεται λίγο τερατώδες, γιατί η μεν φιλοσοφία κλίνει προς το στοχασμό, την αφαίρεση, τη διάνοια, ενώ η ποίηση κλίνει προς την άλλη πλευρά. Εδώ ακολουθώ το πρόταγμα του Νίτσε που ήθελε να είναι φιλόσοφος-ποιητής. Να σμίξουν αυτά τα δύο.

«Η βασική ιδέα που οδήγησε στη σύλληψη αυτού του βιβλίου είναι η αποκάλυψη του νοήματος των τόπων»

ΠτΘ: Στο βιβλίο αυτό βάζετε σε μια ανοιχτή συνομιλία διαφορετικές προσωπικότητες από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, όπως τον Όμηρο με τον Αλμπέρ Καμύ, που για κάποιους θα μπορούσαν να είναι δυο ασύνδετες προσωπικότητες. Πόσο δύσκολο είναι να γίνει αυτό και επίσης φοβηθήκατε ποτέ την κριτική του μη επιτυχημένου αποτελέσματος;
Δ.Β.:
Πάντοτε η κριτική είναι ευπρόσδεκτη γιατί μας βοηθάει να πάμε παραπέρα, αρκεί να στηρίζεται σε βαθιά γνώση. Αυτό που κάνω δεν είναι κάτι καινούργιο. Δάσκαλοί μου σε αυτό που κάνω είναι ο Σεφέρης, ο Ελύτης, τα δοκίμιά τους, αλλά και άλλοι θεωρητικοί, όπως ο Τζορτζ Στάινερ, ή άλλοι που γράφουν τέτοια δοκίμια ελεύθερου στοχασμού όπως Αϊζάια Μπερλίν και συνεχίζουν μια μακρά παράδοση στο δοκίμιο. Με τον τίτλο αυτό του βιβλίου «Εδώ ήταν η Τροία μου», ήθελα να δείξω ότι ο τόπος παράγει νόημα. Ο τόπος παράγοντας και δίνοντας νόημα αμέσως γίνεται ανθρώπινος, εξανθρωπίζεται. Αυτός που καθιστά τον χώρο, τον εξανθρωπίζει και τον κάνει τόπο με νόημα είναι ο ποιητής και ο στοχαστής. Η βασική ιδέα που οδήγησε στη σύλληψη αυτού του βιβλίου είναι η αποκάλυψη του νοήματος των τόπων.

Παίρνω παραδειγματικά τρεις τόπους, το ακρογιάλι, το ποτάμι και την εκκλησία του δήμου, που είναι ένας χώρος γεωγραφικός, αλλά και τόπος. Θέλω να δείξω ότι κάποια πράγματα εμπνέονται σε συγκεκριμένους χώρους για να γίνουν αυτοί οι τόποι. Για το ακρογιάλι, παίρνω δύο ακρογιάλια. Το ακρογιάλι του Ομήρου, με μια παραδειγματική σκηνή, όπου ο Αχιλλέας έχοντας δεχτεί την προσβολή από τον Αγαμέμνονα, αποσύρεται και πηγαίνει στο ακρογιάλι, όπου εκεί συναντούσε πάντοτε τη μάνα του, η οποία ήταν θαλάσσια θεότητα. Στο σημείο αυτό που η θάλασσα σμίγει με τη στεριά, ο Αχιλλέας παίρνει τη μεγάλη απόφαση να πεθάνει για να κερδίσει τη δόξα, και να κάνει το χρέος του. Άρα στο ακρογιάλι συναντάει ο ήρωας το πεπρωμένο του.  Σε ένα άλλο ακρογιάλι στη Βαρκελώνη, έχουμε έναν άλλο ήρωα ή αντιήρωα, όπως είναι ο Δον Κιχώτης, όπου αυτός εκεί συναντάει το δικό του πεπρωμένο, σε μια μονομαχία που αντιμετωπίζει τον Ιππότη της Λευκής Σελήνης. Αν ο Δον Κιχώτης νικούσε τότε είχε δικαίωμα να πάρει τη ζωή του αλλουνού. Αν όμως έχανε θα έπρεπε να αρνηθεί την ομορφιά της Δουλτσινέας του, θα έπρεπε να παρατήσει τα έργα της ιπποσύνης και να αποσυρθεί στο χωριό του. Όπως γίνεται συνήθως γελοιοποιείται ο Δον Κιχώτης, χάνει τη μονομαχία και στο τέλος βρίσκεται με το κοντάρι του αντιπάλου πάνω από το λαιμό του στη μειονεκτική θέση να αρνηθεί την ομορφιά της Δουλτσινέας και να πάει πίσω. Εκείνος απαντά ότι θα αφήσει τα έργα της ιπποσύνης,  αλλά την ομορφιά της Δουλτσινέας δεν μπορεί να την αρνηθεί. Προτιμά το θάνατο από την άρνηση του ιδεώδους. Ο Αχιλλέας σε εκείνο το ακρογιάλι συναντά το πεπρωμένο του και επιλέγει το θάνατο για να κερδίσει την αιωνιότητα αλλά και ο Δον Κιχώτης, ο αντιήρωας, προτιμά το θάνατο από το να αρνηθεί την ομορφιά της Δουλτσινέας. Εκείνο που συνδέει αυτούς τους δύο είναι η συνάντηση με το πεπρωμένο. Το πεπρωμένο τοποθετείται σε ένα συγκεκριμένο χώρο, το ακρογιάλι.

Άρα κάποια πράγματα γίνονται στα ακρογιάλια. Δεν τα νοιώθουμε όλοι αλλά τα νοιώθουν οι ποιητές, τα νοιώθουν οι στοχαστές, γιατί αυτοί βλέπουν αυτά που δεν βλέπουν οι άλλοι κι έπειτα τα δίνουν σε εμάς και μαθαίνουμε να βλέπουμε το ακρογιάλι ως κάτι που είναι γεμάτο με νόημα.

«Η σκέψη προϋποθέτει μια μοναξιά γεμάτη»

ΠτΘ: Λέτε μεταξύ άλλων ότι ο στοχασμός και η ποίηση δεν ανήκουν στα χρήσιμα, ωστόσο γράφετε ότι είναι απαραίτητα για να ζήσουμε ανθρώπινα για να αποκτήσουμε εκείνες τις «ποιότητες», έτσι ώστε να στοχαστούμε  για τη σημερινή ανθρώπινη κατάσταση και για όλα τα ανθρώπινα από τα οποία περιστοιχιζόμαστε και βιώνουμε σήμερα.
Δ.Β.:
Σήμερα μιλάμε πολύ, επίσης σπάμε το κεφάλι μας με πάρα πολλά πρακτικά, χρήσιμα πράγματα. Σήμερα επίσης δεν μένουμε μόνοι. Η σκέψη είναι ακριβώς στους αντίποδες. Η σκέψη προϋποθέτει μια μοναξιά γεμάτη, όχι άδεια. Η σκέψη προϋποθέτει μια αρχοντιά, μια ελευθερία, μια γενναιοδωρία, που σε κάνει να μην ασχολείσαι μόνο με ό,τι αποφέρει άμεσα ένα αποτέλεσμα μετρήσιμο που αποτιμάται σε χρήμα, σε τηλεθέαση, σε οτιδήποτε τέτοιο. Η σκέψη δεν έχει να κάνει με αυτό που σήμερα βασανίζει το μυαλό ή την πένα πολλών. Ήθελα να δείξω εδώ ότι και το άχρηστο δηλαδή εκείνο που δεν αποφέρει άμεσα χρήμα, δόξα, τηλεθέαση, είναι απαραίτητο στη ζωή μας, για να τη ζήσουμε.

ΠτΘ: Ο βασικός στόχος που θέλετε να εξυπηρετεί το βιβλίο είναι το να φτάσει κανείς στον ανθρώπινο στοχασμό, σκεπτόμενος τον κόσμο ως κάτι καλύτερο, από τον υφιστάμενο; Επίσης, μας εξηγήσατε για τα ακρογιάλια, υπάρχουν όμως σήμερα προνομιακοί τόποι στοχασμού για την ανθρώπινη κατάσταση;
Δ.Β.:
Μιλάω για μια γεμάτη μοναξιά. Είναι αυτή η αναγκαιότητα απόσυρσης στον εαυτό μας, όχι με την έννοια ενός εγωισμού ή ενός “αυτισμού”, αλλά της δυνατότητας να ακούσουμε τη σιωπή γύρω μας, της  απομάκρυνση από το θόρυβο.  Είναι αυτό που είπε ένας γάλλος φιλόσοφος, ο Αλέν Μπαντιού, ότι δηλαδή όλοι τρέχουμε σήμερα. «Στους φοιτητές μου λέω, επιβραδύνετε. Έχουμε ανάγκη σήμερα, από ένα χρονικό καταφύγιο, όπου εκεί θα μπορούμε να βρούμε τον εαυτό μας» είπε συγκεκριμένα. Άρα αυτοί οι προνομιακοί τόποι στοχασμού, είναι εσωτερικοί και μας επιτρέπουν να δούμε με μια άλλη ματιά τον εξωτερικό χώρο και να τον καταστήσουμε χώρο με νόημα, δηλαδή τόπο. Να τον κάνουμε δικό μας, να το αφομοιώσουμε.

«Τα κείμενα δίνουν το έναυσμα, ωστόσο όσο “προπονημένη” είναι η ψυχή του εκπαιδευτικού, τόσο επιτελεί το ρόλο του»

ΠτΘ: Όπως εσείς εμπνευστήκατε από τους στοχαστές με τους οποίους «συνδιαλέγεστε» στο βιβλίο  για να το γράψετε, σίγουρα ο στοχασμός και η σκέψη είναι ένα προσωπικό ζήτημα. Δεν θα έπρεπε οι δάσκαλοι, οι καθηγητές, να δίνουν στα παιδιά το έναυσμα για να μπαίνει σε όλη αυτή τη διαδικασία της διαφορετικής σκέψης;
Δ.Β.:
Αυτό που κάνετε εσείς εδώ δείχνει ότι δίνετε βήμα προς αυτή την κατεύθυνση. Άρα αυτό που κάνετε το κάνουν και οι εκπαιδευτικοί. Μέχρι σήμερα, αλλά και αύριο, θα μπαίνει μια ψυχή μέσα στην τάξη και θα κάνει μάθημα, θα βγαίνει στο ραδιόφωνο και θα μιλάει. Αυτή η ψυχή, πρέπει να γυμνάζεται όσο περισσότερο μπορεί και να μην καταφεύγει στον απομονωτισμό. Θεωρώ ότι κάποτε πρέπει να αποσύρεται κάποιος και να ετοιμάζεται για το άλμα, διότι ο χώρος μας δεν είναι έξω από την παλαίστρα, είναι μέσα, αλλά πριν αποσύρεσαι και κάνεις την προπόνησή σου. Το έχεις ανάγκη εσύ αλλά και οι άλλοι σε έχουν ανάγκη να βγαίνεις φρέσκος από αυτή τη δημιουργική μοναξιά σου. Γίνονται πράγματα μέσα στις τάξεις και ευτυχώς έχουμε και τα κείμενα να στηριχτούμε. Κάποτε έρχεται και σε τραβάει το ίδιο το κείμενο, όπως το ακρογιάλι σε τραβάει και σου λέει εδώ πρόσεξε, κάτι γίνεται. Τα κείμενα λοιπόν που διδάσκονται και είναι μέσα δίνουν το έναυσμα. Από κει και πέρα, όσο περισσότερο προπονημένη η ψυχή του δημοσιογράφου, του εκπαιδευτικού, τόσο επιτελεί το ρόλο του. Ο Σωκράτης λέει «εγώ είμαι η αλογόμυγα που ξυπνώ το νωθρό άλογο που είναι ο αθηναϊκός δήμος».  Έτσι ήταν πάντα ο δήμος. Ο λαός αυτό είναι. Αλλά χρειάζεται κι ένας Σωκράτης που να μην τον αφήνει σε ησυχία.

 

http://www.paratiritis-news.gr/article/189932/Dimitris-Blaxos-An-ithela-na-doso-to-stigma-mou-tha-elega-oti-o-xoros-mou-einai-ekei-opou-sunantietai-i-poiisi-me-ti-filosofia

 

Παρατηρητής Θράκης, Πέμπτη 29 Μαρτίου 2017

 

Ηχογραφημένη συνέντευξη στο Ράδιο Παρατηρητής κλικ εδώ

Η εικαστική αφήγηση ενός θαύματος/ Φρανθίσκο ντε Γκόγια ι Λουθιέντες, Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου, Δημήτρης Βλάχος, περιοδικό Δίοδος, τεύχος 10, Σεπτέμβριος 2016

  1. IMG_20161230_165234«…Το θέμα της νωπογραφίας του τρούλου παραπέμπει στην αποκατάσταση της αδικίας. Με τη θαυματουργική παρέμβαση του Αγίου ένας αθώος, που επρόκειτο να καταδικαστεί για φόνο που δεν διέπραξε, σώζεται κυριολεκτικά την τελευταία στιγμή. Η ανθρώπινη δικαιοσύνη είναι τυφλή και επιρρεπής στο σφάλμα, καθώς είναι δέσμια της φαινομενικότητας και της άστοχης κρίσης. Η μαρτυρία του δολοφονημένου που αναστήθηκε από τον Άγιο, μόνον για να ομολογήσει την αθωότητα του κατηγορουμένου, αποτελεί θαυματουργική επέμβαση θεραπείας της αδικίας, προτού ακόμη αυτή γίνει ανεπανόρθωτη. Ο θάνατος, επίσης, είναι παρών στην εικαστική αφήγηση του Γκόγια. Παραπέμπει σ’ αυτόν ο αναστημένος νεκρός, ισχνός με πρασινοκίτρινο δέρμα, μεγάλα αυτιά και ξυρισμένο κεφάλι. Κάθε ανάσταση, άλλωστε, θυμίζει έναν θάνατο.
  2. Εικόνα 5_Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου_τρούλοςIMG_20161230_165617Το θαύμα της ανάστασης, ωστόσο, φαίνεται να είναι η πρόφαση για να δείξει ο ζωγράφος το ετερόκλητο αυτό πλήθος που αποτελεί την κοινωνία της εποχής του, τα λαϊκά στρώματα, τον ισπανικό λαό του Γκόγια, χωρίς τους ευγενείς και τον κλήρο, που απουσιάζουν, προκλητικά θα ’λεγε κανείς, από μια εκκλησία, η οποία μάλιστα ανήκε στη βασιλική οικογένεια και στην οποία εκκλησιάζονταν οι αυλικοί. Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου της Πάδοβας σχεδόν υποχωρεί στο παρασκήνιο. Στον τρούλο, αντί για τον Χριστό, βλέπουμε τον λαό αγριεμένο. Τα πάθη του βλέπουμε, την ταραχή του, τα ελαττώματά του, εκφρασμένα με τα ζωηρά χρώματα της πολύχρωμης παλέτας του Γκόγια (εικόνες 10, 11, 12) . Κάθε άλλο παρά γαλήνη νιώθει κανείς βλέποντας αυτή τη νωπογραφία. Οι όχλοι του Γκόγια τρομάζουν τον θεατή και η αναπαράστασή τους από αυτόν τον ιδιοφυή ζωγράφο στα τέλη του 18ου αιώνα επρόκειτο να αποδειχτεί προφητική για τον καταστροφικό ρόλο που επρόκειτο να διαδραματίσουν ως μάζες πλέον κατά τον 20ο αιώνα. Βέβαια, στη νωπογραφία αυτή ο λαός ως  μάρτυρας του θαύματος  δεν εμφανίζεται ως έθνος,  όπως ας πούμε εμφανίζεται στον Όρκο του Σφαιριστηρίου του προπαγανδιστή ζωγράφου Νταβίντ (1791). Ο λαός του Γκόγια που παρευρίσκεται στο θαύμα δεν ομογενοποιείται πολιτικά ως έθνος, ούτε καν από την άποψη της κοινής θρησκευτικής εμπειρίας. Παραμένει όχλος διαφοροποιημένων ατόμων, των οποίων το βλέμμα συγκλίνει προς το κέντρο του θαύματος ή αποκλίνει από αυτό.  Η στάση του ζωγράφου είναι κριτική τόσο απέναντι στο θαύμα όσο και απέναντι στην ίδια την κοινωνία εντός της οποίας αυτό εκτυλίσσεται.», Δημήτρης Βλάχος, «Η εικαστική αφήγηση ενός θαύματος/Φρανθίσκο ντε Γκόγια ι Λουθιέντες, Το θαύμα του Αγίου Αντωνίου», περιοδικό Δίοδος, τεύχος 10, Σεπτέμβριος 2016.