Παρατηρητής Θράκης: https://www.paratiritis-news.gr/politismos/mia-trypa-sto-chioni-christougenniatiko-afigima/

Xanthinea: https://www.xanthinea.gr/2023/12/mia-trypa-sto-chioni-christougenniatiko-afigima*

Μια τρύπα στο νερό! Αυτό έκανες τόσα χρόνια στη Γερμανία. Μια τρύπα στο νερό! Ξενιτεύτηκες γιατί οι δικοί σου δεν σε καταλάβαιναν. Γιατί ο περίγυρος δεν αναγνώριζε την αξία σου. Γιατί στην Ελλάδα δεν υπήρχαν ευκαιρίες για μυαλά σαν κι εσένα. Ήσουν καταδικασμένος να αποτύχεις αν έμενες. Αυτό πίστευες. Και έτσι πήγες στη Γερμανία. Εκεί υπάρχει αξιοκρατία. Εκεί όλοι βρίσκουν αυτό που τους ταιριάζει. «Γιατί όσοι πηγαίνουν εκεί γίνονται άνθρωποι». Αυτό έλεγαν οι άλλοι και αυτό ήθελες να βλέπεις κι εσύ. Αυτό πίστευες. Και αφού το πίστευες το έβλεπες. Φαίνεται όμως πως η πίστη σου δεν ήταν βαθιά και αληθινή, θα έλεγε ο πνευματικός σου. Και πως στο υποσυνείδητό σου είχες άλλη ιδέα για τον εαυτό σου, θα έλεγε ο ψυχαναλυτής σου. Κι έτσι, μετά από τόσα χρόνια σπουδών και περιστασιακής εργασίας είσαι ένας αποτυχημένος που ζεις τώρα στη Γερμανία με το ταμείο ανεργίας κατοικώντας σε ένα φτωχικό διαμέρισμα.

Οι σπουδές σου πήγαν στράφι. Μα τι τις ήθελες τέτοιες σπουδές! Σπουδάζει κανείς σήμερα φιλοσοφία; Δεν βρισκόμαστε στον 19ο ή έστω στον 20ο αιώνα. Δεν είμαστε στην εποχή του Χέγκελ, του Νίτσε και του Χάιντεγκερ. Ποιος ενδιαφέρεται για τη φιλοσοφία στην εποχή των smart phones και της τεχνητής νοημοσύνης; Έπρεπε να το ξέρεις. Χάθηκε ο κόσμος να σπουδάσεις κάτι πιο πιασάρικο που να έχει σχέση με την αγορά, τη νέα τεχνολογία, τα χρηματοοικονομικά ή τα social media. Πήγες και σπούδασες φιλοσοφία στη Γερμανία του 21ου αιώνα! Η αποτυχία ήταν η επιλογή σου. Και έλεγες και ψέματα στους δικούς σου ότι σπούδαζες νομικά και τώρα πνίγεσαι στις δουλειές και ταξιδεύεις σε όλον τον κόσμο. Δεν έχεις χρόνο για να δεις κανένα. Τι κρίμα… Και συγγενείς και φίλοι στην πατρίδα πιστεύουν ότι έγινες μεγάλος και τρανός δικηγόρος στο Μόναχο, γι’ αυτό έριξες μαύρη πέτρα πίσω σου και δεν τους καταδέχεσαι. Πού να  ήξεραν την κατάντια σου…

Αυτά σκεφτόταν ανήμερα Χριστούγεννα του 2023 περπατώντας πεινασμένος, μόνος και έρημος στον χιονισμένο Αγγλικό Κήπο του Μονάχου ο Νικόλας. Είμαι ένας αποτυχημένος. Ένας looser. Έλεγε και ξανάλεγε στον εαυτό του. Και δώσ’ του αυτομαστίγωμα… Παραδόξως, τον βοηθούσε και η φιλοσοφία σ’ αυτό. Ήξερε, βλέπεις, να επιλέγει εκείνα τα αποσπάσματα από έργα φιλοσόφων που τον έκαναν να νιώθει ακόμη περισσότερο δυστυχισμένος. Γευόταν ηδονικά γουλιά γουλιά τη δυστυχία του να νιώθει ότι είναι αποτυχημένος. Γιατί δεν ήξερε και ούτε ήθελε να ξέρει τον τρόπο να βιώνει την ευδαιμονία του να είναι απλώς. Το να είσαι απλώς, ούτε επιτυχημένος ούτε αποτυχημένος, απλά να είσαι και να χαίρεσαι την ύπαρξη, είναι στάση ζωής και άσκηση που δεν εξαρτάται από τις περιστάσεις και τον περίγυρό σου. Αντίθετα, το να νιώθεις ότι είσαι αποτυχημένος ή επιτυχημένος έχει να κάνει με το να βλέπεις τον εαυτό σου και τον κόσμο γύρω σου με τα μάτια των άλλων και να αφηγείσαι έπειτα την ιστορία σου ως θρίαμβο ή τραγωδία. Αυτά τα ήξερε, βέβαια, ο Νικόλας από τις φιλοσοφικές σπουδές του κιόλας, αλλά για να νιώσει την ηδονή της δυστυχίας και της αποτυχίας που επιζητούσε το σώμα του έπρεπε να τα ξεχάσει. Το σώμα του ζητούσε απεγνωσμένα το ναρκωτικό της μιζέριας στο οποίο είχε εθιστεί τόσα χρόνια.

Ναι, αν έβλεπε κανείς τη ζωή του με κριτήριο την αποτυχία ή την επιτυχία, στα 40 του χρόνια ο Νικόλας δεν είχε πετύχει τίποτε αξιόλογο. Δεν πήρε τη θέση στο πανεπιστήμιο για την οποία έκανε μεγάλο αγώνα και σπουδές τόσα χρόνια. Δεν βρήκε εκδότη για το τελευταίο του βιβλίο. Και δικαιολογημένα, άλλωστε, αφού και το προηγούμενο ήταν εκδοτική αποτυχία.

Οι φίλοι του πάλι, Γερμανοί οι περισσότεροι, ένας ένας απομακρύνθηκαν από αυτόν. Και όταν αναπάντεχα  τον συναντούσαν στον δρόμο ή στους διαδρόμους του πανεπιστημίου προσποιούνταν ότι ήταν απορροφημένοι με κάτι άλλο. Άλλοτε με κάποιο μήνυμα που τους ήρθε ξαφνικά στο κινητό ή με κάποια δήθεν επείγουσα τηλεφωνική συνδιάλεξη που δεν έπαιρνε αναβολή. Έτσι, έστρεφαν αλλού το βλέμμα τους κάθε φορά που τον έβλεπαν, και τον προσπερνούσαν. Έκαναν πως δεν τον είχαν δει. Αλλά και ο ίδιος ντρεπόταν να τους μιλήσει. Γιατί, ποιος θέλει να μιλάει με έναν αποτυχημένο; Αυτό σκεφτόταν, γιατί αυτό πίστευε για τον εαυτό του.

Και η Χέλγκα, η κοπέλα του, κι αυτή κουράστηκε τόσα χρόνια με τη γκρίνια και τις ιστορίες για τις αποτυχίες του, γι’ αυτό και τον παράτησε παραμονή Χριστούγεννων. «Δεν πάει άλλο, Κλάους», του είπε. «Δεν μπορώ τη μιζέρια σου. Αν δεν αλλάξεις, να με ξεχάσεις! Τηλεφώνησέ μου μόνο αν έχεις να μου ανακοινώσεις κάτι ευχάριστο. Ένα σημάδι έστω που να δείχνει ότι η ζωή και η καριέρα σου μπορούν να πάνε προς το καλύτερο και ότι έχεις κάποια σχέση με το όνομά σου που παραπέμπει στη νίκη. Τι Νικόλας, Nikolaus, Klaus είσαι, αν μόνιμα βουλιάζεις στη μιζέρια, την αποτυχία και την ήττα. Επιτέλους, πες μου και μια ιστορία επιτυχίας και νίκης. Γίνε πρώτα αληθινός «Νικόλας», Κλάους αγάπη μου, και μετά μιλάμε.»

Τουλάχιστον ας περίμενε να κάνανε μαζί Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά. «Λίγη υπομονή ακόμη κάνε, καλή μου Χέλγκα, και τα πράγματα θα αλλάξουν. Υπάρχουν ελπίδες και έχω κάποιες ενδείξεις αλλαγής. Μετά την Πρωτοχρονιά περιμένω απάντηση για μια θέση καθηγητή φιλοσοφίας που διεκδικώ στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου. Έχω εκεί ανθρώπους δικούς μου που εκτιμούν το έργο μου. Και το βιογραφικό και οι δημοσιεύσεις μου συμφωνούν με τα απαιτούμενα προσόντα που ζητούν. Με λίγη τύχη, την καινούρια χρονιά φεύγουμε για το Βερολίνο. Καθηγητής φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Τεχνών του Βερολίνου, στο Universität den Künste! Μπορείς να το φανταστείς! Συνάδελφος με τον  διάσημο μοντέρνο φιλόσοφο Mπιουνγκ Τσουλ Χαν στο ίδιο πανεπιστήμιο. Κάνε λίγη υπομονή, Χέλγκα θησαυρέ μου, και θα γυρίσει ο τροχός και θα αλλάξει η ζωή μας.»  Αυτά ετοιμαζόταν να της πει, γιατί περίμενε κατά βάθος τη μεγάλη στροφή στη ζωή του. Η Χέλγκα όμως δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Ήθελε, έστω, κάποια ένδειξη, κάποιο χειροπιαστό σημάδι αλλαγής στη ζωή του Νικόλα.

Και τώρα πεινασμένος, ξεχασμένος από όλους και με ένα δεκάευρο μόνο στην τσέπη, περπατάει αυτό το μουντό συννεφιασμένο απόγευμα στον έρημο και χιονισμένο Αγγλικό Κήπο του Μονάχου. Ανήμερα Χριστούγεννα του 2023 και περπατάει σκυφτός, σκεφτικός και ταπεινωμένος, νιώθοντας το χιόνι να τρίζει κάτω από τις σόλες των παπουτσιών του. Κοιτάζει χαμηλά, βλέποντας να βυθίζονται τα παπούτσια του στο αφράτο χιόνι, και σκέφτεται. Σκέφτεται ότι αυτό που έκανε στη Γερμανία τα τελευταία 20 τόσα χρόνια ήταν μια αποτυχία. Ένα τίποτε ήταν, μια τρύπα στο νερό! Ένα τίποτε, μια τρύπα στο νερό που γινόταν ωστόσο απειλητική δίνη και τον ρουφούσε στον πάτο της απελπισίας. «Μια τρύπα στο νερό!». Αυτός είναι ο τίτλος της ιστορίας που αφηγείται στον εαυτό του και στους άλλους ο Νικόλας, ο διδάκτωρ φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Λουδοβίκου Μαξιμιλιανού του Μονάχου.

Μια τρύπα στο νερό είναι βέβαια μια τρύπα στο νερό. Σε καμία περίπτωση όμως δεν είναι το ίδιο πράγμα με μια τρύπα στο χιόνι. Σαν κι αυτή την τρύπα στο χιόνι που βρέθηκε αναπάντεχα δυο βήματα μπροστά του. Αυτή η τρύπα στο χιόνι ήταν αρκετή για να τον ξαφνιάσει για μια στιγμή και να τον βγάλει βίαια από τη δίνη της απελπισίας στην οποία τον είχε βυθίσει η τρύπα στο νερό. Αυτή την τρύπα που την άνοιξε το σκοτεινιασμένο του φιλοσοφικό μυαλό. Για μια στιγμή η τρύπα στο χιόνι διέκοψε την επαναλαμβανόμενη εδώ και χρόνια αφήγηση της ιστορίας της ζωής του ως μιας ιστορίας αποτυχιών και μιζέριας.

Μια τρύπα στο χιόνι, σκέφτηκε για μια στιγμή, μπορεί και να είναι μια υπόσχεση εξόδου από μία αδιέξοδη κατάσταση. Μια πληροφορία, μια ένδειξη, ένα σημάδι αλλαγής μπορεί να είναι μια τρύπα στο χιόνι.

Μια τρύπα στο χιόνι μπορεί να είναι σαν τη λαγουδότρυπα στην Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων. Απλά αφήνεσαι, γλιστράς, πέφτεις μέσα της και πας αλλού. Απλά αφήνεσαι και τα αφήνεις όλα τα άσχημα και τις αποτυχίες πίσω σου… Loslassen! Μην τα κρατάς, άφησέ τα για να σε αφήσουν κι αυτά! Τι ωραία που θα ήταν…

Ή πάλι μπορεί αυτή η χιονότρυπα να είναι σαν τη σκουληκότρυπα των κβαντικών φυσικών. Μια σήραγγα, δηλαδή, που συνδέει δύο απομακρυσμένα σημεία του χωροχρόνου κι έτσι μπορείς να μεταβείς από τη δυστυχία στην ευτυχία και να αλλάξεις ζωή κάνοντας ένα κλικ μόνο. Όπως και να έχει το πράγμα, μια τρύπα στο χιόνι κάπου παραπέμπει, κάπου οδηγεί, κάπου δείχνει. Αυτά σκεφτόταν ο Νικόλας σε μια στιγμή έκλαμψης και στάθηκε ακίνητος να την κοιτάζει εκστατικά.

 

**

Καρλ Σπίτσβεγκ, Ο φτωχός ποιητής, 1839

Δεκέμβρης 1959 στο χιονισμένο Μόναχο, ανήμερα Χριστούγεννα, έντεκα και μισή το πρωί. Χτυπάει το κουδούνι στην πόρτα της κρύας σοφίτας μιας φτηνοπολυκατοικίας. Εκεί έμενε ένας Έλληνας φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Το κουδούνι χτυπάει επίμονα, ο φοιτητής όμως δεν έχει διάθεση να ανοίξει σε κανέναν. Χωρίς χρήματα, πεινασμένος, παγωμένος και ζαλισμένος από το φτηνό κονιάκ που κατανάλωσε το βράδυ της παραμονής αρνιόταν να χαρεί τη γιορτινή αυτή ημέρα των Χριστουγέννων. Θεληματικά, πεισματικά μόνος, απολάμβανε τη δυστυχία του. Τα Χριστούγεννα ήταν για τους Γερμανούς κι όχι γι’ αυτόν. Αυτός απολάμβανε το πένθος, τις αποτυχίες, τη μιζέρια, τη φτώχεια του. Πόσο έμοιαζε στη μιζέρια με την άθλια μορφή της παλαιάς ελαιογραφίας του 1839 του Καρλ Σπίτσβεγκ με τίτλο «Ο φτωχός ποιητής».

Ναι, δεν ήθελε να δει κανέναν, αν και τον είχαν προσκαλέσει κάποιοι φίλοι του να περάσει μαζί τους τη μέρα αυτή για να μην είναι μόνος. Όλα και όλοι του έφταιγαν. Μισούσε τον εαυτό του και το απολάμβανε. Απολάμβανε τη δυστυχία του να είναι ο συνηθισμένος μίζερος εαυτός του και αυτά τα Χριστούγεννα. Αλλά το κουδούνι δεν τον άφηνε στη μίζερη ησυχία του. Χτυπούσε τόσο επίμονα, που αναγκάστηκε στο τέλος να ανοίξει την πόρτα. Ένας Γερμανός μεσήλικας καλοντυμένος κύριος βρέθηκε μπροστά του και τον προσκάλεσε ευγενικά να περάσουν μαζί με την οικογένειά του τη μέρα αυτή. Ο φοιτητής αρνιόταν, αλλά ο Γερμανός επέμενε σχεδόν φορτικά. Στο τέλος ο φοιτητής δέχτηκε και τον ακολούθησε.

Τελικά, αν και ξεκίνησε κακόκεφος, πέρασε μια όμορφη ημέρα στη θαλπωρή της οικογένειας. Ζεστασιά, καλό φαγητό, κρασί, γλυκά, χριστουγεννιάτικα τραγούδια μπροστά στο αναμμένο τζάκι, αγκαλιές και παιχνίδια με τα δυο παιδάκια της φιλόξενης οικογένειας. Για λίγο ξέχασε τη γνώριμη δυστυχία του ο φοιτητής μας και άρχισε να βολεύεται στην ευτυχία που τον αιφνιδίασε. Ήταν, βλέπεις, κάτι πρωτόγνωρο γι’ αυτόν αυτό το αίσθημα. Ξαφνικά ένιωθε σαν να βρήκε το δικό του σπίτι, αφού ένιωθε μαζί τους καλύτερα και από το σπίτι του στην πατρίδα. Στο τέλος, αργά το απόγευμα, ευχαρίστησε τον οικοδεσπότη και όλα τα μέλη της οικογένειάς του για το υπέροχο εορταστικό γεύμα, την αγάπη που του έδειξαν και το δώρο που του έκαναν. Ένα κουτί μεταλλικό και μέσα σ’ αυτό σοκολατάκια κι ένα δερμάτινο ολοκαίνουργιο πορτοφόλι σε μια ζελατίνα. Εξέφρασε μάλιστα τις ευχαριστίες του με τόσο υπερβολικό τρόπο, σχεδόν δουλοπρεπή θα τον έλεγες, που ο Γερμανός για να τον ξελαφρώσει από το βάρος της υποχρέωσης που ένιωθε τού είπε πως δεν χρειάζεται αν τον ευχαριστεί.

«Αυτό το κάνουμε κάθε χρόνο», του είπε. « Έχουμε αναλάβει την υποχρέωση να καλούμε στο σπίτι μας έναν μοναχικό και φτωχό ξένο φοιτητή σε γεύμα τη μέρα των Χριστουγέννων. Το πανεπιστήμιο μάς δίνει κάθε χρόνο ένα όνομα και τη διεύθυνση. Φέτος ήταν το δικό σου όνομα. Όποτε δεν χρειάζεται να μας ευχαριστείς. Das macht nichts… Δεν κάνει τίποτε, νεαρέ μου, του είπε ο οικοδεσπότης του χτυπώντας τον φιλικά στην πλάτη. Das macht nichts… Δεν χρειάζεται να μας ευχαριστείς…»

Μόλις το άκουσε αυτό ο Έλληνας φοιτητής φαρμακώθηκε και σχεδόν ακαριαία μεταπήδησε από την κατάσταση της ευτυχίας στη γνώριμη γι’ αυτόν κατάσταση της δυστυχίας και της μνησικακίας. Βγήκε έξω και περπάτησε μόνος στους χιονισμένους δρόμους της πόλης. Επιθυμούσε ο κρύος αέρας να φτάσει μέσα στην καρδιά του για να την κρυώσει όσο γίνεται πιο γρήγορα και να ξεχάσει έτσι τη θαλπωρή που ένιωσε. Ένιωθε ένοχος γι’ αυτό το αίσθημα, γιατί και μόνο που το αισθανόταν ένιωθε πως είχε προδώσει την τόσο γνώριμη σ’ αυτόν δυστυχία. Η δυστυχία και η μιζέρια ήταν το σπίτι του, όχι η θαλπωρή. Αυτό είχε συνηθίσει τόσα χρόνια. Κατοικούσε μόνιμα στη συνήθειά του, τη μιζέρια, και δεν ήθελε να αλλάξει κατοικία.

Περπατώντας στους άδειους χιονισμένους δρόμους του Μονάχου κατευθύνθηκε στον Αγγλικό Κήπο που ήταν κοντά του. Το τεράστιο αυτό πάρκο ήταν έρημο την ώρα αυτή. Όλα χιονισμένα και γαλήνια τριγύρω, αλλά αυτός μέσα του ένιωθε ταραχή. Ένιωθε ταπεινωμένος, ντροπιασμένος, οργισμένος. Έβγαλε από την τσάντα που κρατούσε το κουτί με τα σοκολατάκια και το πορτοφόλι που του έκαναν δώρο. Ούτε καν άνοιξε το κουτί. Ούτε καν έβγαλε το πορτοφόλι από τη ζελατίνα του να το πιάσει στα χέρια του και να το περιεργαστεί. Το δώρο που του πρόσφερε η οικογένεια το πέταξε στο αφράτο χιόνι και πάτησε το μεταλλικό κουτί με θυμό. Το κουτί βυθίστηκε τσαλακωμένο στο απάτητο χιόνι. Αυτό το δώρο τον ταπείνωνε. Δώρο άδωρο ήταν γι’ αυτόν. Δεν το ήθελε το πορτοφόλι του Γερμανού ούτε τα σοκολατάκια του. Και αυτό το κουτί βυθίστηκε στο χιόνι αφήνοντας πίσω του μια τρύπα. Μια τρύπα στο χιόνι.

***

Μια τρύπα στο χιόνι με κάποιο βάθος και με διάμετρο μια πιθαμή είναι κάτι που το προσέχεις αν βρεθεί μπροστά σου. Ιδιαίτερα μάλιστα αν το χιόνι είναι απάτητο και φωτίζεται από το φως του φανοστάτη. Και ο Νικόλας είχε την αίσθηση ότι η τρύπα αυτή ξεφύτρωσε από το πουθενά και στήθηκε μπροστά του ξαφνικά αυτή την προχωρημένη απογευματινή ώρα ανήμερα Χριστούγεννα του 2023. Αυτή η τρύπα στο χιόνι άνοιξε γι’ αυτόν. Την κοίταζε λοιπόν εκστατικός, λες και κάτι περίμενε να βγει από αυτήν, αφού δεν μπορούσε να μπει αυτός μέσα. Ένα μήνυμα, μια πληροφορία περίμενε. Κάτι, τέλος πάντων, που να τον αφορά και να του δίνει ένα σημάδι αλλαγής στη ζωή του. Γιατί ο Νικόλας, κατά βάθος και πέρα από τη μιζέρια του, περίμενε να συμβεί κάτι που θα άλλαζε τη ζωή του. Ήταν έτοιμος να αλλάξει αφήγηση. Να αλλάξει τροπάριο. Να πει μια άλλη ιστορία για τη ζωή του, αφήνοντας πίσω του την παλιά γνώριμη ιστορία των αποτυχιών και των χαμένων ευκαιριών. Χρειαζόταν όμως ένα σημάδι επιβεβαίωσης προς αυτή την κατεύθυνση.

Κοίταζε την τρύπα στο χιόνι, αλλά δεν έβγαινε τίποτε από μέσα. Δεν έβγαινε τίποτε, γιατί έπρεπε να κάνει αυτός την πρώτη κίνηση. Έπρεπε να γονατίσει μπροστά της. Γονάτισε λοιπόν μπροστά στη χιονότρυπα και έβαλε το χέρι του μέσα να δει τι υπάρχει. Τι είναι αυτό που δημιούργησε την τρύπα. Έβαλε το χέρι του μέσα μέχρι τον αγκώνα. Και εκεί στο βάθος άγγιξε κάτι. Κάτι μεταλλικό. Κουτί πρέπει να ήταν. Το έβγαλε έξω. Ήταν κάπως τσαλακωμένο. Λες και το είχε πατήσει κάποιος, θέλοντας να το εξαφανίσει μέσα στο χιόνι. Το πήρε στα χέρια του. Το περιεργάστηκε. Ήταν ένα κουτί μεταλλικό με χριστουγεννιάτικες ζωγραφιές πάνω του. Ένα κουτί σαν κι αυτά που μέσα έχουν χριστουγεννιάτικα γλυκά ή σοκολατάκια. Το άνοιξε λίγο δύσκολα, έτσι όπως ήταν χτυπημένο. Το άνοιξε και μέσα βρήκε τα αγαπημένα του βιενέζικα σοκολατάκια, και δίπλα τους, σε μια ζελατίνα μέσα, ένα δερμάτινο πορτοφόλι. Άφησε στο διπλανό παγκάκι το μεταλλικό κουτί, αφού πρώτα πήρε από μέσα ένα σοκολατάκι και το γεύτηκε. Έτσι όπως πεινούσε ήταν μια εύγεστη γλυκιά στιγμιαία παρηγοριά. Ένας καλός οιωνός. Μετά πήρε στα χέρια του τη ζελατίνα, την άνοιξε και έβγαλε από μέσα το πορτοφόλι. Όμορφο ήταν και μαλακό το δέρμα του. Το άγγιξε. Το χάιδεψε τρυφερά. Το άνοιξε αργά και βρήκε μέσα τέσσερα χαρτονομίσματα των 50 ευρώ μαζί με ένα σημείωμα διπλωμένο σε μία από τις θέσεις για τις πιστωτικές κάρτες. Ξεδίπλωσε το σημείωμα και άρχισε να το διαβάζει. Τα μάτια του άρχισαν σιγά σιγά να βουρκώνουν. Η καρδιά του άρχισε να ζεσταίνεται και να χτυπά πιο γρήγορα. Ένα φως ένιωθε να τον πλημμυρίζει από μέσα του. Κάτι άλλαζε μέσα του. Το ένιωθε. Έστρεψε για μια στιγμή το βλέμμα του στην τρύπα στο χιόνι και την κοίταξε με ευγνωμοσύνη. «Μια τρύπα στο χιόνι ανήμερα Χριστουγέννων δεν είναι μια τρύπα στο νερό», σκέφτηκε. «Μια τρύπα στο χιόνι μπορεί και να σου αλλάξει τη ζωή, αρκεί να είσαι έτοιμος όταν βρεθεί ξαφνικά στον δρόμο σου», σκέφτηκε και χαμογέλασε.

 

Ξάνθη 26-12-2023

Δημήτρης Βλάχος

Φιλόλογος-συγγραφέας, τέως σχολικός σύμβουλος φιλολόγων Ροδόπης

www.dimitrisvlachos.gr

 

 

Pin It on Pinterest

Share This