*

Η βροχή και η απουσία

 

Από χτες το βράδυ βρέχει ασταμάτητα. Σκοτεινό και μουντό αυτό το πρωινό. Ο ήλιος πήρε το άρμα του και τα άλογά του και πήγε να φωτίσει άλλους τόπους. Σε μας άφησε την ανάμνησή του. Και την ελπίδα της επιστροφής του μας άφησε. Αλλά και η ανάμνηση του ήλιου δεν είναι μικρό πράγμα. Ζεσταίνει και φωτίζει την καρδιά κι ας μην τον βλέπουμε, αρκεί που τον θυμόμαστε. Ίσως η συγγένειά μας μαζί του, το «ηλιοειδές όμμα» της ψυχής μας, το όμοιο με τον ήλιο μάτι της ψυχής, που θα έλεγε κι ο Πλάτων, να δημιουργεί αυτή τη ζωτικής σημασίας σχέση. Με κάποια αφορμή θυμόμαστε αυτά που δεν βλέπουμε πια, τα απόντα. Επειδή τα θυμόμαστε είναι σαν να τα βλέπουμε και πάλι μπροστά μας, ως εάν ήταν παρόντα. Τι κι αν δεν φάνηκε ο ήλιος σήμερα; Ο ήλιος βρίσκεται εδώ, μέσα μας. Και το άρμα του και τα άλογά του μαζί.

Κάθομαι στο μικρό μου γραφείο και βλέπω ακριβώς μπροστά την απλή βιβλιοθήκη με ράφια από κόντρα πλακέ θαλάσσης και σουηδικό ξύλο, φτιαγμένη από τον Σεντάτ και τον Φεϊμή στο μαραγκούδικό τους που έμοιαζε με εργαστήρι ξωτικών. Ετοιμόρροπο φαινόταν από έξω κι από μέσα έβλεπες τα δοκάρια της στέγης, τις πατάβρες, ακόμη και τα κεραμίδια. Και η ξυλόσομπα να καίει ροκανίδια το χειμώνα. Η μυρωδιά του ξύλου. Ετοιμόρροπο φαινόταν, αλλά στεκόταν όρθιο το εργαστήρι των ξωτικών. Ξωτικό ο Σεντάτ, ξωτικό κι ο Φεϊμή, μάστορες του ξύλου άλλης εποχής που χαιρόσουν να τους βλέπεις να δουλεύουν και να ακούς τα λιγοστά μετρημένα λόγια τους. Χωρίς βιασύνη. Χωρίς άγχος. Δεν δουλεύουν πια. Βγήκαν στη σύνταξη. Δεν τους βλέπω και δεν ακούω νέα τους. Και το εργαστήρι των ξωτικών, το μαραγκούδικό τους, κατεδαφίστηκε κι έγινε πάρκινγκ.

Δον Κιχότης, έργο Κώστα Καμπερίδη

Όμως το έργο των χεριών τους, η βιβλιοθήκη, και η ανάμνησή τους μαζί, με συντροφεύουν καθημερινά. Ασφυκτικά γεμάτη με βιβλία, και στο ράφι που πέφτει το βλέμμα μου, ακριβώς μπροστά μου, βρισκόταν ένας σιδερένιος Δον Κιχότης με το κοντάρι υπό μάλης, μια παράξενη περικεφαλαία σαν λεκάνη με φούντα στο κεφάλι, σιδερένια κι αυτά, να εφορμά καβάλα πάνω στον Ροσινάντη του. Μπροστά του όμως δεν βρίσκονταν οι ανεμόμυλοι αλλά η δεύτερη σειρά βιβλίων που με την αιχμή του κονταριού του τα στήριζε. Και η αιχμή του κονταριού στραμμένη στο βιβλίο του Θερβάντες, Don Quijote de la Mancha, από όπου ξεπήδησε κάποτε με ορμή. Αυτή την αποστολή του είχα αναθέσει στον κόσμο μου. Να στηρίζει τα βιβλία από τα οποία γεννήθηκε και από τα οποία έχασε τα μυαλά του. Κάτι σαν περιπλανώμενος βιβλιοστάτης της ελεεινής μορφής, ο Δον Κιχότης μου. Τώρα δεν βρίσκεται πια εδώ μπροστά μου, αλλά έχει εξοριστεί στο χωριό, να στηρίζει τα βιβλία της άλλης ξύλινης βιβλιοθήκης που βρίσκεται εκεί, έργο κι αυτή του Σεντάτ και του Φεϊμή, των ξωτικών του ξύλου.

Μουντός ο καιρός και βρέχει ασταμάτητα, μέρα και νύχτα. Και στο χωριό, στους Τοξότες, βρέχει τώρα. Σκέφτομαι πως κι ο Δον Κιχότης πάνω στο σιδερένιο άλογό του ίσως να άφησε για λίγο τη βιβλιοθήκη και να βγήκε έξω και να καλπάζει με τον Ροσινάντη του μέσα στη δυνατή βροχή, μια και στις χίλιες σελίδες του έργου μόνο μία φορά συνάντησε ένα αδύναμο καλοκαιρινό ψιλόβροχο στις περιπέτειές του.

*

Η εξορία …

Sergio Martinez, Don Quixote, Αβάνα, Κούβα, 1980

Μου τον είχε φέρει δώρο ο Όμηρος, έργο ενός φίλου του καλλιτέχνη σιδερά. Συλλογίζομαι πως οι λογοτεχνικοί ήρωες είναι χαρακτήρες φτιαγμένοι θαρρείς από κάποια υλικά. Τους ταιριάζουν αυτά, λες και το πνεύμα τους αποκρυσταλλώνεται μορφικά σε κάποιο συγκεκριμένο υλικό. Ο Δον Κιχότης δεν θα μπορούσε ποτέ να κατασκευαστεί από λευκό πεντελικό μάρμαρο. Ούτε από πλεξιγκλάς. Ούτε από κάτι μαλακό και εύκαμπτο. Ούτε από βελούδινο και απαλό στην αφή ύφασμα. Μόνο από μέταλλο μπορεί να φτιαχτεί ο ξερακιανός ιδαλγός της Μάντσας. Είναι πολεμιστής. Και το σίδερο, μαυρισμένο και σφυρηλατημένο, ταίριαξε απόλυτα με τον άκαμπτο, πολεμικό, συγκρουσιακό χαρακτήρα του. Δεν μπορείς να χαϊδέψεις το σίδερο. Κι ο σιδερένιος Δον Κιχότης μου δεν έχει την παραμικρή καμπύλη. Όλο αιχμές και γωνίες είναι. Σκληρός, άκαμπτος, αμετακίνητος στα ιπποτικά ιδεώδη του, δεν προσφέρεται για χάδια. Δεν τα θέλει και δεν τα ανέχεται. Ήρθε για να πολεμήσει στον κόσμο αυτό. Δεν ήρθε για να χαϊδέψει ούτε να τον χαϊδέψουν. Πόλεμος σημαίνει σίδερο. Ας είναι κι ο πόλεμος για τα υψηλά και ευγενή ιδανικά της ιπποσύνης. Κι αυτά με το σίδερο θέλουν να επιβληθούν.

«Να τον πάρεις από εδώ. Τον φοβάμαι. Μ’ αυτό το σιδερένιο κοντάρι θα μας τρυπήσει. Θα μας βγάλει κανένα μάτι. Μα τι άσχημος και τρομακτικός που είναι…», αυτά ήταν τα λόγια της γυναίκας μου που σήμαιναν και την καταδίκη του σιδερένιου Δον Κιχώτη μου με σε εξορία στο χωριό. Όχι στο χωριό της Μάντσας που το όνομά του δεν θα το μάθουμε ποτέ και στο οποίο επέστρεψε ο νικημένος ιδαλγός του Θερβάντες, έχοντας παραιτηθεί από τα έργα της ιπποσύνης, τις τρέλες του δηλαδή, για να πεθάνει λογικός, έχοντας τουλάχιστον πρώτα ζήσει ως τρελός. Όχι, ο δικός μου Δον Κιχότης δεν επέστρεψε στο ανώνυμο χωριό της Μάντσας αλλά σε ένα επώνυμο χωριό της Ξάνθης, στους Τοξότες. Ήταν κι αυτός στον πόλεμο τοξότης, θα έλεγε κι ο Σεφέρης, το ριζικό του ενός ανθρώπου που ξαστόχησε. Και οι λογοτεχνικοί ήρωες άνθρωποι που ξαστόχησαν είναι.

Οι γυναίκες έχουν ένστικτο. «Δεν τον θέλω αυτόν εδώ. Τον φοβάμαι…», μου είπε. Δεν χρειαζόταν να διαβάσει το έργο του Θερβάντες για να τον καταδικάσει σε εξορία. Της ήταν αρκετό να δει το υλικό από το οποίο ήταν φτιαγμένος και το σχήμα του. Και είχε δίκιο για την καταδικαστική απόφαση. Γιατί ο Δον Κιχότης, χαρακτήρας από σίδερο φτιαγμένος, δεν αγαπήθηκε από τις γυναίκες, αν κι αυτός όλα τα «κατορθώματά» του, τις τρέλες και τα παθήματά του δηλαδή, τα έκανε από έρωτα για μια κοπέλα που δεν την είχε δει ποτέ, τη Δουλτσινέα του. Ερωτευμένος πλατωνικά και χωρίς αιτία, όπως έλεγε κι ο σύντροφός του ο Σάντσο… Αλλά τα άπονα θηλυκά έχουν ένστικτο. Δεν θέλουν ιππότες από σκληρό σίδερο, τυφλούς και ψυχρούς απέναντι στον αισθησιασμό. Απεχθάνονται τους άκαμπτους ιδεαλιστές και τους αφοσιωμένους σε υψηλά και ευγενή ιδανικά. Όχι! Θέλουν ιππότες μαλακούς, εύπλαστους που να τους γητεύουν εύκολα και να τους πλάθουν σαν το ζυμάρι σύμφωνα με τα θελήματά τους. Κι όχι μόνο τα θηλυκά, αλλά κι αυτός ο κόσμος τέτοιους ιππότες θέλει και τέτοιους φτιάχνει. Μαλακούς, εύκαμπτους, που να ζυμώνονται εύκολα κατά πως τους θέλει κάθε φορά η κοινωνία και η αγορά.

 

*

…και το βασίλειο

Ο Θερβάντες οδηγείται μπροστά στον Χασάν Πασά, Διοικητή του Αλγερίου

Ο Θερβάντες αιχμάλωτος για πέντε χρόνια στα κάτεργα του Αλγερίου, Σεπτέμβριος 1575 – Σεπτέμβριος 1580

Ο Δον Κιχότης στους Τοξότες… Γιατί όχι; Θα μπορούσε να συμβεί λογοτεχνικά. Και λίγο έλειψε να συμβεί και ιστορικά.  Θα μπορούσε να είχε συμβεί στην πραγματικότητα γιατί σύμφωνα με τον βιογράφο του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, Williamm Egginton, (Μιγέλ ντε Θερβάντες, Ο πρώτος συγγραφέας του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2016, σελ. 202), ύστερα από πενταετή αιχμαλωσία στο Οθωμανικό Αλγέρι και ύστερα από τέσσερις αποτυχημένες απόπειρες απόδρασης, στις 19 Σεπτεμβρίου 1580 φορτώθηκε ο Θερβάντες  σε ένα πλοίο μαζί με άλλους αιχμαλώτους με προορισμό την Κωνσταντινούπολη. Οι σκλάβοι ανήκαν στον διαβόητο για τη βαναυσότητά του Ιταλό εξωμότη Χασάν-πασά, περιφερειακό διοικητή του Αλγερίου, ο οποίος είχε ανακληθεί στην Κωνσταντινούπολη. Την τελευταία στιγμή όμως, κι ενώ το πλοίο ήταν έτοιμο για αναχώρηση, ένας μοναχός του Τάγματος της Αγίας Τριάδας εξαγόρασε την ελευθερία του Θερβάντες γιατί, βλέπεις, η εξαγορά του στοίχιζε φτηνότερα. Ζητούσαν χίλια σκούδα για την απελευθέρωση ενός Ισπανού ευγενή και ο μοναχός δεν τα είχε. Έτσι πρόσθεσε 200 σκούδα στα 300 που είχε δώσει η οικογένεια του Θερβάντες για τα λύτρα. Την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή και εντελώς ανέλπιστα ο συγγραφέας του Δον Κιχότη είδε να του βγάζουν τις αλυσίδες. Αν τα πράγματα εξελίσσονταν διαφορετικά ο «πατέρας» του Δον Κιχώτη, ο Θερβάντες, θα βρισκόταν σκλάβος στην Κωνσταντινούπολη, κι από εκεί ποιος ξέρει, ίσως κατέληγε σκλάβος σε κάποιο υποστατικό Οθωμανού αξιωματούχου από αυτούς που διαφέντευαν τους κάμπους της Θράκης. Και ίσως περνούσε κι από τους Τοξότες, το Όξιλαρ, όλο και κάποιο χωριό θα υπήρχε εκείνη την εποχή ας είναι και με άλλο όνομα. Κι όπως στον Δον Κιχότη του έγραψε για το Αλγέρι κι έκανε τα πάθη του μυθιστόρημα, έτσι θα μπορούσε να γράψει και για τη Θράκη, την Κωνσταντινούπολη, τους Τοξότες. Καλπάζουσα φαντασία, θα μου πεις… Μα μιλάμε για τον ευφάνταστο ιδαλγό της Μάντσας, τον Δον Κιχότη, και τον ευφάνταστο πατέρα δημιουργό του, τον Δον Μιγκέλ ντε Θερβάντες Σααβέρδα. Δεν μπορείς να χωρίσεις τον πατέρα από τον γιο, τον Θερβάντες από τον Δον Κιχότη του. Δεν μπορείς να αποκόψεις τον μυθιστοριογράφο δημιουργό από τα παιδιά της φαντασίας του. Εκεί όπου βρίσκεται η εξορία του πατέρα εκεί και η φαντασία του φτιάχνει το βασίλειο του γιου του. Η εξορία του Θερβάντες και το βασίλειο του Δον Κιχότη του στους Τοξότες… Γιατί όχι;

 

 

*

Καλπάζοντας στη βροχή…

Gustav Doré (1832-1883), Ο Δον Κιχότης καλπάζοντας στη βροχή.

Κλείνω τα μάτια και τον βλέπω αυτή τη βροχερή σκοτεινή και μουντή μέρα του Δεκέμβρη. Τον βλέπω, όχι στο ράφι της βιβλιοθήκης, μπροστά στο γραφείο μου εδώ στην Ξάνθη, όπου με συντρόφευε δυο χρόνια τώρα. Όχι, δεν τον βλέπω εδώ μπροστά μου, αλλά τον φαντάζομαι στο χωριό όπου εξορίστηκε εξαιτίας της ελεεινής και τρομακτικής σιδερένιας μορφής του. Τον βλέπω, σιδερένιο αυτόν, καβάλα στον Ροσινάντη του, με το κοντάρι υπό μάλης, να καλπάζει μέσα στη βροχή στους λασπωμένους χωματόδρομους των Τοξοτών. Να βγαίνει από το χωριό και να ανεβαίνει στους γύρω χαμηλούς λόφους. Να φτάνει στην ερειπωμένη και εγκαταλειμμένη Αγέλη και να απολαμβάνει τη βροχή ανάμεσα στα πέτρινα χαλάσματα. Τον βλέπω μέσα στη σκοτεινή νύχτα να απολαμβάνει μια δυνατή βροχή που δεν του χάρισε η φαντασία του Θερβάντες στις χίλιες σελίδες του βιβλίου του. Τον βλέπω να απολαμβάνει μια κανονική βροχή που του την πρόσφεραν η καταδίκη της εξορίας του και η δική μου διάθεση αυτή τη βροχερή μέρα. «Σάντσο, η τύχη αφήνει πάντα μια πόρτα ανοιχτή στη δυστυχία ώστε να διορθώνεται το κακό…» (Κεφ. 15ο , Μέρος 1ο) [Siempe deja la ventura una puerta abierta en las desdichas, para dar remedio a ellas…]. Η τύχη αφήνει πάντα μια πόρτα ανοιχτή στη δυστυχία… Λες και το ήξερε…

 

Pin It on Pinterest

Share This